Η δική σου ιστορία αγάπης γίνεται ταινία.

lacta

Μυστικός Έρωτας στη Κεφαλονιά

Το όνομά μου είναι Ζωή ή Ζώγια όπως συνήθιζε να με φωνάζει εκείνος, και απόψε αποφάσισα να γράψω και την δική μου αληθινή ιστορία. Ο Αλέξανδρος έφυγε πριν από λίγο, κλείνοντας την πόρτα στα όσα ζήσαμε ή στα όσα θα μπορούσαμε ακόμα, να έχουμε ζήσει. Ελπίζω, τουλάχιστον, η διήγησή μου να βοηθήσει κάποιους άλλους να κρατήσουν τον έρωτα της ζωής τους κοντά τους.

Όλα ξεκίνησαν σε ένα νησί του Ιονίου δεκατρία χρόνια πριν. Εγώ- 22 ετών τότε και έχοντας μόλις πάρει το πτυχίο μου από το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών-είχα πάει στην Κεφαλονιά έπειτα από τη μεσολάβηση ενός καθηγητή μου προκειμένου να εργαστώ για μερικούς μήνες σε σωστικές ανασκαφές της εκεί εφορείας αρχαιοτήτων. Ήταν αρχές καλοκαιριού και έχοντας προσφάτως αποφοιτήσει θεώρησα εξαιρετική την ευκαιρία που μου δινόταν. Ένας παλιός φοιτητής του καθηγητή, προϊστάμενος πλέον στο νησί, είχε ανάγκη από αρχαιολόγο προκειμένου να απασχοληθεί τους καλοκαιρινούς μήνες σε μικρές ανασκαφές γύρω από την πόλη του Αργοστολίου.
Μάζεψα, λοιπόν, τα πράγματά μου και χωρίς να το καλοσκεφτώ βρισκόμουν ήδη στο Κτελ για Πάτρα και από εκεί στο πλοίο που θα είχε προορισμό την Σάμη, το μεγάλο λιμάνι της Κεφαλονιάς. Έχοντας σπουδάσει στην Αθήνα, το μέρος όπου μεγάλωσα και στο οποίο ζούσα με την οικογένειά μου, θα ήταν η πρώτη φορά που θα έμενα, έστω για ένα τόσο μικρό διάστημα, μόνη. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι θα εργαζόμουν για πρώτη φορά στο αντικείμενο των σπουδών μου, μου δημιουργούσε μία επιπλέον νευρικότητα.

Στην Κεφαλονιά θα έμενα στον ξενώνα της υπηρεσίας, ένα μικρό πετρόχτιστο δίπατο γραφικό σπιτάκι πίσω από το Αρχαιολογικό Μουσείο. Με υποδέχτηκαν ο φύλακας του Μουσείου και ένας συνάδελφος, επίσης διορισμένος στο νησί. Τις πρώτες μου ημέρες εκεί τις θυμάμαι ελάχιστα, καθώς μέσα σε πολύ μικρό διάστημα έπρεπε να συνηθίσω ένα καινούριο μέρος, νέους ανθρώπους, και-κυρίως-την ευκαιρία που ανοιγόταν μπροστά μου για μία καριέρα. Τη σταδιοδρομία μου στο αντικείμενο που είχα σπουδάσει, εκείνο το οποίο αποτελούσε την πρώτη μου επιλογή και το παιδικό μου όνειρο. Τότε που κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών στην Αίγινα, όπου παραθερίζαμε με την οικογένειά μου, παίζαμε με την υπόλοιπη συμμορία της γειτονιάς το παιχνίδι του χαμένου θησαυρού. Θα έπρεπε να μεσολαβήσουν μερικά χρόνια ακόμη καθώς και τέσσερα έτη σπουδών και πολύ διάβασμα προκειμένου να καταλάβω ότι η επιστήμη της αρχαιολογίας ήταν κάτι περισσότερο από το παιδικό αυτό παιχνίδι του θησαυρού.
Την πρώτη μου μέρα στην ανασκαφή, ως πρωτοδιόριστη πλέον αρχαιολόγος και όχι ως φοιτήτρια, είχα το επιπλέον άγχος του ότι θα έπρεπε να επιβληθώ στους εργάτες που θα αποτελούσαν το συνεργείο μου για τους επόμενους μήνες. Ο προϊστάμενος, με τον οποίο είχαμε επικοινωνήσει μόνο τηλεφωνικά, με είχε – μεταξύ άλλων – προειδοποιήσει σχετικά, λέγοντάς μου ότι οι τρεις αργοστολιώτες που θα απασχολούνταν στο σκάψιμο ήταν άνθρωποι δύσκολοι και, κυρίως, ιδιαιτέρως αρνητικοί απέναντι στα νεαρά πρωτοδιόριστα κορίτσια. Έχοντας εργαστεί χρόνια στην υπηρεσία θωρούσαν ότι τα γνώριζαν όλα και δεν είχαν ανάγκη από την καθοδήγηση κανενός, πόσο μάλλον μίας νεαρής κοπέλας που μόλις είχε αποφοιτήσει.
Τη συγκεκριμένη χρονιά θα ερχόταν να δουλέψει με το συνεργείο και ένας νεαρός φοιτητής της Γεωπονικής, ανιψιός του αρχιεργάτη της υπηρεσίας. Ο Αλέξανδρος, έτσι ήταν το όνομά του, ήταν μόλις 20 χρονών και δευτεροετής φοιτητής στην Αθήνα. Η καταγωγή του ήταν από την Κεφαλονιά όπου ζούσε και η οικογένειά του, ενώ από τότε που πέρασε στη σχολή κατέβαινε στο νησί μονάχα την περίοδο των διακοπών. Όπως μου είχε εκμυστηρευτεί ο φύλακας, με τον οποίο σχεδόν από την πρώτη στιγμή γίναμε φίλοι, ο πατέρας του Αλέξανδρου είχε απολυθεί εδώ και δύο χρόνια από το εργοστάσιο στο οποίο εργαζόταν σε όλη του σχεδόν τη ζωή, με αποτέλεσμα η οικογένεια να τα βγάζει δύσκολα οικονομικά. Ο ίδιος, παράλληλα με τις σπουδές του εργαζόταν και ως σερβιτόρος στην Αθήνα, ενώ κάθε καλοκαίρι δούλευε στο εστιατόριο μιας θείας του στο Φισκάρδο ως βοηθός μάγειρα. Εκείνη την χρονιά είχε προσληφθεί ως έκτακτος εργάτης ανασκαφών, προκειμένου να μπορέσει να αντεπεξέλθει στα έξοδα των σπουδών του και να ενισχύσει οικονομικά την οικογένειά του.
Ο Αλέξανδρος Αποστολάτος, εκτός από εξαιρετικός φοιτητής, ήταν ένας ιδιαίτερα ευφυής άνθρωπος του οποίου οι ανησυχίες πολύ νωρίς τον είχαν ωθήσει στο να ασχοληθεί με την πολιτική. Τόσο κατά τη διάρκεια των σχολικών όσο και των πανεπιστημιακών του χρόνων ήταν οργανωμένος στη νεολαία ενός φιλελεύθερου κόμματος, στα κλιμάκια του οποίου είχε διακριθεί κατά τα φοιτητικά του χρόνια. Όντας κοινωνικός, δίκαιος και τρέφοντας αληθινό ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο, είχε γίνει δημοφιλής μεταξύ των μελών της παράταξης. Ο ίδιος, όπως θα μάθαινα πολύ σύντομα, αγαπούσε την σχολή του , ωστόσο η μεγάλη του αγάπη θα παρέμενε η πολιτική.
Την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε ήταν το χάραμα της πρώτης μου μέρας στην ανασκαφή. Μεταξύ των υπολοίπων εργατών βρισκόταν και εκείνος. Μελαχρινός, καμένος από τον καλοκαιρινό κεφαλονίτικο ήλιο και φορώντας μία στρατιωτική βερμούδα και ένα μακό μπλουζάκι, στεκόταν κάτω από το στέγαστρο της αποθήκης με τα εργαλεία, όπου είχαμε δώσει ραντεβού με το υπόλοιπο συνεργείο. Όσο ο φύλακας έκανε τις απαραίτητες συστάσεις ένιωθα ένα ζευγάρι κατάμαυρα –σαν κάρβουνο-μάτια να με καίνε όπου με άγγιζε το βλέμμα τους.
Ο Αλέξανδρος, δεν ήταν αυτό που θα έλεγε κανείς όμορφος, είχε ωστόσο μία ιδιαίτερα ξεχωριστή προσωπικότητα η οποία, παρά τις δυσκολίες της ζωής, τον είχε προικίσει με ζωντάνια, αισιοδοξία και αστείρευτο χιούμορ. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας και η εργατικότητά του τον έκαναν σύντομα δημοφιλή ανάμεσα στο συνεργείο. Ήταν ο πιο μικρός της παρέας αλλά συνάμα και, αυτό που θα έλεγε κανείς, η ψυχή της.
Από την πρώτη στιγμή έγινε ο καλύτερός μου φίλος στην Κεφαλονιά και ήταν αυτός που με βοήθησε στο να χτίσω τις σχέσεις μου με το υπόλοιπο συνεργείο. Πριν ακόμη περάσει ο πρώτος μήνας, είχα κατορθώσει, με την έμμεση και άμεση συμπαράσταση εκείνου, να γίνω όχι μόνο δεκτή αλλά και αγαπητή στους εργάτες, οι οποίοι, παραβλέποντας το νεαρό της ηλικίας μου, με άκουγαν και με σέβονταν.
Για τον Αλέξανδρο Αποστολάτο ένιωσα από την αρχή αισθήματα αδελφικής συμπάθειας και φιλίας. Όντας ο πιο κοντινός στη δική μου ηλικία και ο φύλακας άγγελός μου στο σκάμμα, τον ένιωθα σαν τον μικρότερο αδελφό μου, το φίλο μου και το συμπαραστάτη στις δυσκολίες μιας δουλειάς καινούριας για μένα, στην οποία είχα βάλει σκοπό να τα πάω πολύ καλά. Εξαιτίας αυτού μου του στόχου έμενα συχνά επιπλέον ώρες στην ανασκαφή - ακόμη και όταν οι υπόλοιποι είχαν πια σχολάσει -διάβαζα τα απογεύματα στη βιβλιοθήκη του Αργοστολίου, ενώ δεν ήταν λίγα τα βράδια που πέρναγα σχεδιάζοντας αγγεία που είχαμε ανακαλύψει το πρωί στην ανασκαφή.
Ο Αλέξανδρος με παρακινούσε, παράλληλα με τη δουλειά, να χαρώ και το καλοκαίρι. Συχνά, έπαιρνε το παλιό volks wagen του θείου του και πηγαίναμε εκδρομές στη θάλασσα, ή με προσκαλούσε στο εστιατόριο όπου δούλευε αφήνοντάς με να τον παρακολουθώ την ώρα που μαγείρευε. Κάποιες βραδιές ερχόταν σπίτι και μου μάθαινε και εμένα να μαγειρεύω, καθώς η μαγειρική αποτελούσε για εκείνον την τρίτη μεγάλη του αγάπη-έπειτα από τη γεωπονική και την πολιτική-ενώ για μένα ήταν απλώς μία κουκίδα στο χάρτη του σύμπαντος, με την οποία η μόνη μου σχέση ήταν το να τη δοκιμάζω. Μέχρι και εκείνο το καλοκαίρι ακολουθούσα την παλιά πατροπαράδοτη συνήθεια των υπόλοιπων συνομηλίκων μου, να τρώω ό,τι ετοίμαζε η μάνα μου. Εκείνος, με μύησε σε μία τέχνη διαφορετική από εκείνες που μας μάθαιναν στο πανεπιστήμιο. Την τέχνη του φαγητού: πώς να το φτιάχνεις, πώς να το απολαμβάνεις και , κυρίως, πώς να το μοιράζεσαι.
Όλα πήγαιναν μια χαρά τόσο με τη δουλειά, όσο και με τον Αλέξανδρο. Ένα βράδυ, προς τα μέσα του Αυγούστου, ένας από τους εργάτες μας είχε καλέσει στο σπίτι του όπου θα έκανε ψησταριά για να γιορτάσει με την γυναίκα του την επέτειο των γάμων τους. Εκτός από το συνεργείο θα έρχονταν λίγοι καλοί του φίλοι και κάποιοι συγγενείς. Πάνω από την κληματαριά της αυλής στην οποία είχαμε μαζευτεί όλοι, έλαμπε το ολοστρόγγυλο φεγγάρι του Αυγούστου. Τόσο η γλυκιά ζέστη της όμορφης καλοκαιρινής βραδιάς, όσο και το φεγγάρι, το κρασί – παραγωγή του ίδιου του Βαγγέλη, του εργάτη που μας είχε προσκαλέσει - αλλά και η όμορφη παρέα, με είχαν γεμίσει από μία ευφορία πρωτόγνωρη, τόσο που να μην θέλω να τελειώσουν εκείνες οι στιγμές. Περισσότερο, όμως, από όλα με είχε μαγνητίσει ο Γεράσιμος, ο ανιψιός της γυναίκας του Βαγγέλη, ο οποίος βρισκόταν στο νησί για διακοπές.
Ο Γεράσιμος από την πρώτη στιγμή που συστηθήκαμε έδειξε ξεκάθαρα το ενδιαφέρον του για μένα. Όλο το βράδυ με περιποιούταν, φροντίζοντας να έχω πάντα κάτι να πιω ή να φάω, με ρώταγε για τη ζωή και τα ενδιαφέροντά μου, ενώ μου εξιστορούσε τα σχετικά με τη δική του ζωή στο Λονδίνο. Ο ίδιος είχε σπουδάσει οικονομικά σε ένα πανεπιστήμιο της Αγγλίας και τώρα έκανε το master του στη διοίκηση επιχειρήσεων.
Ο Αλέξανδρος, αντίθετα, δεν μου είχε δώσει καθόλου σημασία όλο το βράδυ. Ήταν περίεργα σιωπηλός, έως και μελαγχολικός, κάτι ασυμβίβαστο με τον συνήθως κεφάτο και ανοιχτό χαρακτήρα του. Βοηθούσε τον Βαγγέλη στο ψήσιμο, ενώ κάποιες στιγμές έπιανα το βλέμμα του να με κοιτάζει με αινιγματικό, σχεδόν εχθρικό, τρόπο.
Με τον Γεράσιμο συμφωνήσαμε να βρεθούμε κάποια από τις επόμενες ημέρες για καφέ, ενώ ο Αλέξανδρος ανέλαβε να με γυρίσει σπίτι. Σε όλη τη διαδρομή μέχρι το Αργοστόλι η σιωπή βάραινε ανάμεσά μας. Μην ξέροντας τι ήταν αυτό που τον προβλημάτιζε και αποδίδοντάς το αρχικά στην κούραση των ημερών-δύο δουλειές παράλληλα και μάλιστα σε περίοδο διακοπών δεν ήταν και εύκολο πράγμα-τον ρώτησα αναμένοντας μία ανάλογη απάντηση. Εκείνος, αντίθετα, φρέναρε απότομα στην άκρη του δρόμου και αρπάζοντάς με από τα μπράτσα με ταρακούνησε αναγκάζοντάς με να τον κοιτάξω ίσια στα μάτια. Το βλέμμα του, βαθύ και διεισδυτικό, και κάρφωσε ως τα κατάβαθα της ψυχής μου. Χωρίς να πει λέξη πίεσε το στόμα του με δύναμη στο δικό μου, σαν να ήθελε με αυτό τον τρόπο, να ορίσουν τα χείλη του ένα πεδίο δικής του ιδιοκτησίας. Δυνατά και με θέρμη εξακολούθησε να με φιλάει, μετατρέποντας το δικό μου αρχικό ξάφνιασμα σε απέραντο πόθο.
Όπως ξαφνικά ξεκίνησε, έτσι ξαφνικά σταμάτησε το φιλί του, αφήνοντάς με άναυδη και με ένα αίσθημα στέρησης. Τα μάτια του είχαν γίνει ακόμη πιο μαύρα, ενώ με το φεγγάρι να καθρεφτίζεται μέσα τους έδειχναν σαν δύο πυρακτωμένα κάρβουνα. Χωρίς να χρειαστεί να πούμε τίποτα ο ένας στον άλλο, και με την ταυτόχρονη συμφωνία των βλεμμάτων μας, βγήκαμε από το αυτοκίνητο και παίρνοντάς με από το χέρι με οδήγησε στη μικρή παραλία που βρισκόταν παρακάτω. Με ξάπλωσε στην άμμο ενώ ταυτόχρονα το κύμα μου χάιδευε τα πόδια και το φεγγάρι, με το βαθύ κόκκινο χρώμα του, με κοίταζε από ψηλά. Εκεί μου έκανε έρωτα οδηγώντας με στην πιο βαθιά και απόλυτη ικανοποίηση που μπορεί να νιώσει μια γυναίκα.
Χωρίς να πούμε τίποτα – όντας το ξάφνιασμα της εξωτερίκευσης των αισθημάτων που τόσο καιρό έκρυβε για μένα ακόμη έντονο ανάμεσά μας – επιστρέψαμε στο σπίτι όπου με χαιρέτησε με ένα αμήχανο, μελαγχολικό φιλί στο μάγουλο.

Την επομένη στη δουλειά, ο Αλέξανδρος εξακολουθούσε να εργάζεται περισσότερο από όλους, αυτή την φορά, όμως, παραμένοντας αμίλητος και κατηφής. Οι υπόλοιποι, με φιλικά πειράγματα, προσπαθούσαν να του φτιάξουν το κέφι μιας και τον είχαν συνηθίσει να είναι η ψυχή της παρέας. Εγώ, προσποιούμενη ότι ήμουν πολύ απορροφημένη από τη δουλειά μου, έκανα ότι δεν πρόσεχα την αλλαγή στη διάθεσή του. Η αλήθεια είναι ότι αισθανόμουν αμήχανα μπερδεμένη, αλλά ταυτόχρονα βαθιά μέσα μου μια γλυκιά ζεστασιά με έκανε να αναπολώ το προηγούμενο βράδυ και να ανυπομονώ να επαναληφθεί.
Στο μεσημεριανό διάλειμμα αποφάσισα να κατέβω εγώ στην πόλη – η οποία απείχε μόλις μερικά λεπτά με τα πόδια από την ανασκαφή - προκειμένου να ψωνίσω για όλους. Ο Αλέξανδρος, με τη δικαιολογία ότι ήθελε να περάσει από το ταχυδρομείο, με συνόδευσε ως εκεί. Σε όλη τη διαδρομή παραμείναμε αμίλητοι μέχρι που δεν άντεξα και έσπασα πρώτη τη σιωπή. Τον ρώτησα για πιο λόγο είχε αλλάξει έτσι απότομα η συμπεριφορά του με το φως της ημέρας και εκείνος μου απάντησε ότι δεν είχε αλλάξει απολύτως τίποτα: «Θυμωμένος ήμουν εχθές, θυμωμένος είμαι και τώρα», ήταν η λακωνική απόκρισή του.
-«Νόμιζα ότι νοιαζόσουν για μένα».
-«Νοιάζομαι, αλλά όχι μόνο ως φίλος. Ούτε μπορώ να συνεχίσω να ζω σαν να μην συνέβη ποτέ τίποτα μεταξύ μας. Σε αγαπώ και το ξέρεις».
-«Δεν το ξέρω, ή τουλάχιστον δεν το ήξερα. Μόλις το συνειδητοποίησα».
-«Και τι θα κάνεις γι’αυτό;»
-«Τίποτα. Λυπάμαι, αλλά βρίσκομαι σε μια μεταβατική περίοδο της ζωής μου. Μόλις αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο και μου παρουσιάζονται ευκαιρίες που πρέπει να εκμεταλλευθώ. Οφείλω να δουλέψω σκληρά αν θέλω να πετύχω. Και είμαι αποφασισμένη να πετύχω!».
-«Εννοείς ότι μία σχέση θα σου ήταν εμπόδιο…»
-«Όχι μία οποιαδήποτε σχέση, αλλά να…το να μαθευτεί ότι κάνεις σεξ με τον εργάτη που έχεις στην ανασκαφή σου δεν θα αποτελούσε και το καλύτερο απόσπασμα ενός βιογραφικού, έτσι δεν είναι; Όπως και να το κάνουμε, επέλεξα ένα συντηρητικό επάγγελμα και οφείλω να συμπεριφερθώ ανάλογα».
Στα λόγια μου αυτά ο Αλέξανδρος αποκρίθηκε με ένα κοφτό, ειρωνικό –θεωρούσα τότε – δυστυχισμένο, όμως, όπως θα συνειδητοποιούσα πολύ αργότερα, χαμόγελο. Πλέον, δεκατρία χρόνια αργότερα, τα χείλη του δεν μου έχουν χαρίσει κανενός είδους χαμόγελο. Ούτε καν ειρωνικό…
Μετά από εκείνη την ημέρα δεν τον ξαναείδα. Την επομένη, με αφορμή τον υπερβολικό φόρτο εργασίας που είχε στο εστιατόριο της θείας του, παραιτήθηκε από την υπηρεσία. Έμεναν εξάλλου μερικές, μόνο, εβδομάδες μέχρι να λήξει η σύμβαση και των υπολοίπων μας.

Τον Οκτώβρη εγώ επέστρεψα στην Αθήνα, για να φύγω λίγο καιρό αργότερα για τη Σορβόννη, όπου θα έκανα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές. Τον Αλέξανδρο ελάχιστα τον σκέφτηκα έκτοτε. Λίγο οι ιδιαίτερα απαιτητικές σπουδές, λίγο το καινούριο περιβάλλον, αργότερα η υπερβολική μου αφοσίωση στη δουλειά, δεν επέτρεπαν πισωγυρίσματα στις αναμνήσεις μου. Μόνο κάποια καλοκαιρινά βράδια, όταν το ολόγιομο φεγγάρι του Αυγούστου γινόταν κόκκινο, θυμόμουν ένα κατάμαυρο – σαν τη νύχτα – βλέμμα να με κοιτάζει βαθιά στα μάτια λες και προσπαθούσε να αποτυπώσει κάθε πόντο της ψυχής μου.

Αθήνα, Αύγουστος 2007: Δεκατρία χρόνια αργότερα.

Έχουν περάσει ήδη δεκατρία ολόκληρα καλοκαίρια, από εκείνο το πρώτο καλοκαίρι που είχα εργαστεί στην Κεφαλονιά ως πρωτοδιόριστη αρχαιολόγος. Πλέον, είμαι 35 ετών και έχω στο ενεργητικό μου ένα διδακτορικό στο Παρίσι, και μία σειρά από ιδιαίτερα σημαντικές ανασκαφές οι οποίες συνοδεύονται από ανάλογες δημοσιεύσεις.
Εργάστηκα σκληρά, αλλά θεωρώ ότι βρίσκομαι σε καλό δρόμο. Η εργασία μου έχει αρχίσει να αναγνωρίζεται, ενώ το όνομά μου – παρά το νεαρό της ηλικίας μου – ψιθυρίζεται στους αρχαιολογικούς κύκλους. Τα τελευταία τρία χρόνια ασχολούμαι με την προετοιμασία αυτού που θα αποκαλούσα, έργο ζωής. Ανέκαθεν το όνειρό μου ήταν να επιστρέψω στη γενέτειρα των γονιών μου, την Αίγινα. Στο νησί εκείνο όπου έχω περάσει όλα τα καλοκαίρια της παιδικής και ενήλικης ζωής μου, εκεί όπου αποφάσισα – μεταξύ άλλων – και για το επαγγελματικό μου μέλλον.

Χάρη στη βοήθεια και τη συμπαράσταση ενός Γάλλου καθηγητή μου από το πανεπιστήμιο, κατόρθωσα να πετύχω την επιχορήγηση μίας πολύ σημαντικής ανασκαφής στην Αίγινα. Η ανασκαφή θα γινόταν σε συνεργασία της ελληνικής αρχαιολογικής υπηρεσίας και του πανεπιστημίου της Σορβόννης. Μετά το πέρας της θα χρηματοδοτούταν η μελέτη και δημοσίευση του υλικού που θα προέκυπτε, ενώ θα γινόταν, επιπλέον, μελέτη για την ανάδειξη και προστασία του αρχαιολογικού χώρου.
Είχα σχεδιάσει στο μυαλό μου μία σειρά διαλέξεων που θα δίνονταν σε μεγάλα πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής με θέμα την εν λόγω ανασκαφή, καθώς και εκπαιδευτικά προγράμματα για τα σχολεία του νησιού. Επρόκειτο για μια δουλειά, η προετοιμασία της οποίας είχε απαιτήσει και λάβει σημαντικό μέρος του χρόνου και του κόπου μου των τελευταίων ετών.

Όλα ήταν έτοιμα και η ανασκαφή θα ξεκινούσε σε μερικές μέρες, μέχρι που μία επιστολή από το υπουργείο πολιτισμού θα ανέτρεπε τα σχέδια και μαζί με αυτά τα όνειρά μου. Στην επιστολή με πληροφορούσαν ότι λόγω κωλύματος, το Υπουργείο δεν θα συμμετείχε στη χρηματοδότηση του προγράμματος. Επιπλέον, για αδιευκρίνιστους λόγους, θα ανέστειλε και την άδεια που μου είχε δοθεί προκειμένου για την πραγματοποίησή της. Η απόφαση αυτή ουσιαστικά σήμαινε την ακύρωση του προγράμματος, αλλά και τη ρίψη μιας σκληρής δουλειάς στον κάλαθο των αχρήστων. Ό,τι προετοίμαζα τόσα χρόνια έμελλε να καταστραφεί για αδιευκρίνιστους λόγους.

Εγώ, ωστόσο, ήμουν αποφασισμένη να τους διευκρινίσω. Έτσι, έκλεισα ραντεβού με τον υπουργό, προκειμένου να ζητήσω περαιτέρω εξηγήσεις, αλλά και να προσπαθήσω, γιατί όχι, να τον μεταπείσω. Εκείνο το πρωί ήμουν ντυμένη και χτενισμένη στην τρίχα-σύμφωνα με την κολλητή μου η επιμελημένη εμφάνιση παίζει σημαντικό ρόλο, αν μη τι άλλο στο να βελτιώσει τη διάθεσή μας - και περίμενα έξω από το υπουργικό γραφείο μέχρι να έρθει η ώρα του δικού μου ραντεβού. Μπαίνοντας στον χώρο της συνάντησης στα αυτιά μου έφτασε μία γνώριμη φωνή από το παρελθόν. Μία φωνή βελούδινη που τη θυμόμουν να μου ψιθυρίζει λόγια απέραντης αγάπης και αφοσίωσης κατά τη διάρκεια της ερωτικής μας συνεύρεσης, αλλά και λόγια πίκρας το τελευταίο εκείνο μεσημέρι έξω από το ταχυδρομείο του Αργοστολίου.
Γυρίζοντας αντίκρισα τον Αλέξανδρο να κάθεται πίσω από το μεγάλο γραφείο. Τη θέση του ηλιοκαμένου αγοριού με τη βερμούδα είχε πάρει ένας ώριμος άντρας, τριάντα δύο περίπου ετών, ο οποίος φορούσε καλοραμμένο ακριβό κοστούμι, γυαλιά με μεταλλικό σκελετό και με αντίκριζε αδιάφορα πίσω από την ασφάλεια της υπουργικής του καρέκλας. Εγώ παρέμεινα μπερδεμένη, μη μπορώντας να καταλάβω τί δουλειά είχε ο Αλέξανδρος εκεί, μέχρι που άκουσα από τη γραμματέα να με ανακοινώνει:
«Κύριε υφυπουργέ, η δεσποινίς Αλεξίου είναι το ραντεβού των 1:30. Πρόκειται για την περίπτωση της ανασκαφής στην Αίγινα».

Ο Αλέξανδρος των νεανικών μου χρόνων είχε γίνει υφυπουργός, και μάλιστα πολιτισμού. Ζώντας τόσα χρόνια στο Παρίσι, η μόνη μου επαφή με την ελληνική πραγματικότητα ήταν τα νέα της οικογένειας και των φίλων μου. Ασφαλώς και ήξερα το όνομα του υφυπουργού Πολιτισμού, ωστόσο ποτέ δεν συνδύασα το επίθετο Αποστολάτος με τον δικό μου Αλέξανδρο.
Το ραντεβού διήρκησε λίγα μόλις λεπτά. Ο Αλέξανδρος δεν άφησε καθόλου να φανεί ότι μπορεί να με είχε αναγνωρίσει, ενώ με λίγα κοφτά, αλλά ευγενικά λόγια, μου εξήγησε ότι οι συγκυρίες δεν επέτρεπαν στο υπουργείο μία τέτοιου είδους δαπάνη. Παρ’όλα αυτά, θα ήμουν ευπρόσδεκτη να καταθέσω αίτηση την επόμενη χρονιά. Έπειτα, χρησιμοποιώντας μία ευγενική δικαιολογία μου έδειξε το δρόμο προς την έξοδο του γραφείου του.
Φεύγοντας από το υπουργείο δεν ήξερα αν έπρεπε να νιώσω οργή ή απογοήτευση. Οργή επειδή κάποιος αντιμετώπιζε τόσο απερίσκεπτα τη δουλειά μου, απογοήτευση επειδή ο πρώτος άντρας με τον οποίο είχα κάνει έρωτα έδειχνε να μη με είχε καν αναγνωρίσει.
Το ίδιο βράδυ καθόμουν στη βεράντα του σπιτιού μου και τα έπινα προσπαθώντας παράλληλα να βρω έναν τρόπο να σώσω το πρόγραμμα, όταν ξαφνικά χτύπησε το κουδούνι. Στο άνοιγμα της πόρτας φάνηκε ο ίδιος άντρας που το πρωί με είχε αντιμετωπίσει τυπικά και σχεδόν με αδιαφορία. Τώρα εξακολουθούσε να φοράει το ίδιο κοστούμι, ωστόσο, η γραβάτα του ήταν χαλαρά δεμένη, ενώ το σακάκι του είχε εξαφανιστεί.
Κατά την απροσδόκητη αυτή επίσκεψη, ο Αλέξανδρος, μου εξήγησε ότι ασφαλώς με είχε αναγνωρίσει το πρωί. Ωστόσο, η ιδιότητά του δεν του επέτρεπε να κάνει διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων που τον επισκέπτονταν στο γραφείο του. Μιλήσαμε λίγο για τα χρόνια που μεσολάβησαν και τις σπουδές μας, εγώ κάπως αμήχανη, εκείνος αδιάφορος. Μου εξήγησε ότι τελειώνοντας τη Γεωπονική ασχολήθηκε πιο ενεργά με τον πολιτικό στίβο. Η καλή προηγούμενη θητεία του στη νεολαία του κόμματος του είχε δώσει το εισιτήριο για την συμμετοχή στις βουλευτικές εκλογές. Έτσι, κατέληξε να προΐσταται ενός υπουργείου.

Εκείνο το βράδυ είχε έρθει για να μου κάνει μία πρόταση. Εγώ είχα ανάγκη από την έγκριση του υπουργείου, εκείνος είχε ανάγκη από μία σύζυγο. Βλέπετε, και νεαρός πολιτικός και υπουργός ήταν ήδη αρκετά προοδευτικό. Το ότι ήταν επιπλέον και ανύπαντρος ξεπερνούσε τα ελληνικά, και όχι μόνο, δεδομένα κατά πολύ. Όπως, με πολύ κυνικότητα, μου εξήγησε, ήθελε να ενισχύσει την εικόνα του για τις επόμενες εκλογές. Το ότι ήταν καλός πολιτικός δεν ήταν αρκετό για το κόμμα του και τον τελευταίο καιρό του ασκούσαν έντονες πιέσεις προκειμένου να «νοικοκυρευτεί».
Αρχικά, έμεινα άναυδη από αυτήν του την πρόταση. Έπειτα νευρίασα και στη συνέχεια τον πέταξα έξω από το σπίτι μου. Το βράδυ, όμως, καθώς αναπολούσα τα γεγονότα ξαπλωμένη, έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται την πρόταση του Αλέξανδρου. Η προοπτική της συμβίωσης μαζί του δεν μου ήταν αδιάφορη. Να κοιμάμαι και να ξυπνάω έχοντάς τον στο πλάι μου. Να μοιραζόμαστε μικρές δικές μας στιγμές. Βαθιά μέσα μου αισθανόμουν, έστω και αν το πείσμα μου δεν μου επέτρεπε να το παραδεχτώ, μία έντονη έλξη προς αυτόν τον άνδρα. Μία ακατανίκητη δύναμη με τραβούσε προς αυτόν. Μία δύναμη που λίγες ημέρες αργότερα θα με οδηγούσε και πάλι στην αίθουσα αναμονής έξω από το γραφείο του.
Μπαίνοντας μέσα οι μόνες κουβέντες που του είπα ήταν ότι δεχόμουν την πρότασή του. Ωστόσο, αρκούσαν για να σηματοδοτήσουν μια σειρά από προετοιμασίες οι οποίες κατέληξαν στην αίθουσα του δημαρχείου όπου και παντρευτήκαμε. Την επομένη του γάμου μας εγώ αναχώρησα για την Αίγινα, μαζί με όλο το επιτελείο της ανασκαφής, ενώ εκείνος αναχώρησε για την Κεφαλονιά, από όπου θα ξεκινούσε την προεκλογική του εκστρατεία.

Οι μήνες πέρασαν με εμένα και τον Αλέξανδρο να ζούμε δύο διαφορετικές ζωές. Υπήρχαν μέρες όπου δεν τον έβλεπα καθόλου, παρά μόνο το βράδυ όταν και οι δύο επιστρέφαμε στο σπίτι που μοιραζόμασταν στα βόρεια προάστια. Οι σχέσεις μας καθ’όλη τη διάρκεια της ημέρας ήταν τυπικές. Αλλά όταν βράδιαζε τα πάντα άλλαζαν. Ο μόνος τομέας στον οποίο μπορούσαμε να τα βρούμε ήταν ο ερωτικός. Με έναν έρωτα παράφορο, έντονο, σχεδόν εκδικητικό του ενός προς τον άλλο, ενώναμε ό,τι το επόμενο πρωί θα μας χώριζε.

Αν ήθελα να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, θα έπρεπε να είχα από πολύ νωρίς παραδεχτεί ότι ήμουν ερωτευμένη μαζί του. Και τον είχα ερωτευτεί από το πρώτο εκείνο χάραμα, όταν στεκόταν έξω από την αποθήκη της ανασκαφής στο Αργοστόλι. Τότε που ο νεανικός του ενθουσιασμός, η ζωντάνια και η καλοσύνη του με είχαν, λανθασμένα, οδηγήσει στο να θεωρήσω ότι τον αγαπούσα σαν φίλο. Όταν κάναμε έρωτα για πρώτη φορά είχα προσπαθήσει να καταπνίξω τα αισθήματά μου, διακατεχόμενη από ένα παράλογο πείσμα να πετύχω στον επαγγελματικό τομέα. Λες και δεν θα μπορούσα να τα συνδυάσω. Και να που τώρα εκείνος με εκδικούταν, και από πληγωμένο εγωισμό για τα όσα του είπα κάποτε μου έκανε τώρα πρόταση γάμου. Και είμαι σίγουρη ότι πίσω από την αρχική ανάκληση του προγράμματος ήταν εκείνος. Όλα σχεδιασμένα τόσο καλά…Σε μία προσπάθειά του να πάρει εκδίκηση για τον πόνο που του είχα προκαλέσει τότε, προξενούσε τώρα εκείνος πόνο και στους δυο μας. Γιατί η αδιάφορη και σκληρή συμπεριφορά του όσο καιρό είμαστε παντρεμένοι, μόνο πόνο μπορούσε να προξενήσει.

Μέχρι και το αποψινό βράδυ. Νωρίτερα το απόγευμα είχα επισκεφθεί το γυναικολόγο ο οποίος μου ανακοίνωσε την εγκυμοσύνη μου. Ένα παιδί! Ένα παιδί από τον άντρα που πλέον ήμουν σίγουρη ότι λάτρευα. Τώρα πια η ανασκαφή και η καριέρα μου είχαν καταχωνιαστεί σε ένα μικρό κουτάκι στα βάθη του μυαλού μου. Το μόνο που με ένοιαζε και το μόνο που σκεφτόμουν, ήταν ένα μικρό παιδάκι να τρέχει ανάμεσα σε μένα και τον Αλέξανδρο. Ένα πιτσιρίκι που θα έχει τα κατάμαυρα μάτια του και την καλοσύνη της καρδιάς του.
Ωστόσο, όσο και αν το ήθελα, ήξερα ότι εγώ και ο Αλέξανδρος δεν θα μπορούσαμε να γίνουμε ποτέ μία αληθινή οικογένεια. Εγώ τον αγαπούσα, αλλά εκείνος ήταν μαζί μου μονάχα από ανάγκη να πάρει εκδίκηση. Μια χαζή εκδίκηση η οποία όλα αυτά τα χρόνια του είχε αφαιρέσει κάθε αίσθημα έρωτα που μπορεί να είχε νιώσει για μένα. Εγώ, όμως, ήμουν ερωτευμένη μαζί του και δεν θα μπορούσα ποτέ να του επιβάλλω ένα παιδί το οποίο ούτε είχε προγραμματίσει, ούτε και ήθελε. Η περηφάνια μου δεν θα μου επέτρεπε ποτέ να τον αναγκάσω να μείνει κοντά μου μόνο εξαιτίας του μωρού.

Επιστρέφοντας στο σπίτι από τον γιατρό είχα πια λάβει τις αποφάσεις μου. Όταν γύρισε και εκείνος του ανακοίνωσα με πολύ ψυχρότητα ότι υπήρχε κάποιος άλλος άντρας στη ζωή μου και ήθελα αμέσως μετά τις εκλογές να χωρίσουμε. Ο Αλέξανδρος θύμωσε, μα περισσότερο πληγώθηκε. Το έβλεπα στα μάτια του. Παρ’όλα αυτά εγώ συνέχισα να του ξετυλίγω το κουβάρι της ιστορίας που είχα πλάσει σχετικά με τον φανταστικό εραστή. Προς τιμήν του μου δήλωσε ότι δεν ήταν καν ανάγκη να περιμένουμε μέχρι τις εκλογές, αλλά θα προχωρούσαμε σε διαζύγιο όποιο και να ήταν το πολιτικό κόστος γι’αυτόν. Έπειτα, μάζεψε λίγα προσωπικά του αντικείμενα και έφυγε από το σπίτι. Πριν φύγει, όμως, πρόλαβα να δω το παγωμένο βλέμμα του το οποίο με κοίταζε με αηδία.
Όταν έκλεισε η πόρτα σωριάστηκα στο πάτωμα και άρχισα να κλαίω με λυγμούς. Δεν έχανα μόνο τον άντρα που αγαπούσα, αλλά και την ευκαιρία για μια ευτυχισμένη ζωή. Η μόνη μου παρηγοριά ήταν αυτό το παιδί που κουβαλούσα μέσα μου, το οποίο από τούδε και στο εξής θα γινόταν η ζωή μου ολόκληρη.

Πέντε μήνες αργότερα…

Είχαν περάσει ήδη πέντε μήνες από εκείνο το βράδυ. Η εγκυμοσύνη μου προχωρούσε φυσιολογικά, το ίδιο και η πολιτική καριέρα του Αλέξανδρου, ο οποίος είχε επανεκλεγεί ενώ συζητούνταν και η υπουργοποίησή του. Βλέπετε, το σκάνδαλο του διαζυγίου τον άφησε αλώβητο, καθώς κυριάρχησε η εξαίρετη προσωπικότητά του και το έργο που είχε πραγματοποιήσει κατά την προηγούμενη τετραετία.
Με τον Αλέξανδρο είχαμε να ιδωθούμε τρεις μήνες περίπου, από τότε που υπογράφτηκαν τα χαρτιά του διαζυγίου. Εννοείται, ότι την εγκυμοσύνη μου την κρατούσα από εκείνον ως επτασφράγιστο μυστικό.

Ένα πρωί μου τηλεφώνησε από την Κεφαλονιά ο παλιός μου προϊστάμενος, με τον οποίο όλα αυτά τα χρόνια είχαμε κρατήσει μία φιλική σχέση. Μου ανακοίνωσε ότι θα γινόταν ένα συνέδριο εκεί και χρειαζόταν οπωσδήποτε τη βοήθειά μου. Αρχικά δεν ήθελα να πάω, περισσότερο επειδή θα έπρεπε να επιστρέψω – έπειτα από τόσα χρόνια –στο νησί το οποίο βαθιά μέσα μου είχα συνδυάσει με τον άντρα που αγαπούσα. Οι αναμνήσεις που θα μου ξύπναγε μία τέτοια είδους επίσκεψη ήταν το τελευταίο που μου χρειαζόταν στην ήδη ταραγμένη εγκυμοσύνη μου. Λίγο όμως οι πιέσεις του προϊστάμενου και λίγο η δική μου αδυναμία στο να λέω όχι, με οδήγησαν και πάλι πίσω στο νησί του Ιονίου.

Το συνέδριο θα διαρκούσε τρεις ημέρες και τις δύο πρώτες όλα κυλούσαν ομαλά. Το τελευταίο βράδυ είχε προγραμματιστεί δείπνο προς τιμήν των συνέδρων και διαφόρων τοπικών παραγόντων του τόπου. Όσο εγώ χαιρετούσα τον δήμαρχο του Αργοστολίου και τον ευχαριστούσα για όλη τη βοήθεια που είχε προσφέρει ο δήμος εκείνες τις ημέρες, ένιωσα να χαϊδεύει την πλάτη μου μία γνώριμη γλυκιά ζεστασιά. Η αντίδραση του δημάρχου και των άλλων παρευρισκομένων με βοήθησαν να καταλάβω ποιος ήταν ο νεοαφειχθής επισκέπτης.
Παρ’όλο που όλο αυτό τον καιρό που είχαμε χωρίσει τον έβλεπα στις διάφορες τηλεοπτικές του εμφανίσεις, τίποτα δεν με προϊδέαζε για την εικόνα που θα αντίκριζα μπροστά μου. Ενός ανθρώπου αδυνατισμένου, κουρασμένου και με μια κρυμμένη θλίψη στα μάτια του. Η αντίδρασή του μόλις με είδε, για την ακρίβεια μόλις είδε την φουσκωμένη κοιλιά μου, ήταν πέραν κάθε φαντασίας. Αδιαφορώντας για όλους εκείνους που προσπαθούσαν να του μιλήσουν, εκείνος έπιασε εμένα από το χέρι και με οδήγησε στη βεράντα του ξενοδοχείου όπου δινόταν το δείπνο.

Η ερώτηση που μου έκανε δεν ήταν η συνηθισμένη «ποιανού είναι το παιδί» που θα περίμενε κανείς. Το μόνο που με ρώτησε ήταν αν τον αγαπούσα, γιατί εκείνος, όπως μου δήλωσε, ήταν αθεράπευτα, ανυπέρβλητα και παθιασμένα ερωτευμένος μαζί μου. Επίσης, μου εξήγησε ότι όσα έκανε ήταν μέρος μίας προσπάθειας να κάνει και εμένα να τον ερωτευτώ. Εκείνο το βράδυ δόθηκαν όλες οι απαντήσεις, οι εξηγήσεις και οι υποσχέσεις που έπρεπε να είχαν δοθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια. Η αγκαλιά του και τα φιλιά με τα οποία με σκέπασε δεν μου άφηναν περιθώριο για καμία αμφιβολία.

Σήμερα είμαι έγκυος στο τρίτο μας παιδί. Με τον Αλέξανδρο παραμένουμε περισσότερο ερωτευμένοι από ποτέ. Και η συμβουλή μου προς όλους εκείνους που μπορεί να διαβάζουν την ιστορία μου, είναι να μην φοβούνται να αγαπούν, αλλά ακόμη περισσότερο να μην φοβούνται να το δείχνουν!

Share |

1 σχόλιο

image
MISTER MYSTERY

Διαβάσα την ιστορία σου με την κοπέλα μου είναι τέλεια!!!Είμαστε και οι δύο απο Κεφαλλονία και χαιρόμαστε που έχεις έναν τόσο υπέροχο και τέλειο σύζυγο!!!Είναι η τελειότερη ιστορία απο όλες και αυτή θα έπρεπε να κάνουν ταινία γιατί είναι και πραγματική!!!Συγχαρητήρια και σου ευχόμαστε να ζήσετε ακόμα πιο ευτυχισμένα χρόνια με τον Αλέξανδρο και τα παιδιά σας!!!

Thursday, December 3, 2009 - 20:38

Post new Comment

Εγγραφή νέου χρήστη

User Login

close

Αν είστε ήδη εγγεγραμμένος, κάντε login

Αν δεν είστε ήδη εγγεγραμμένος, κάντε Register ή συνδεθείτε με