Η δική σου ιστορία αγάπης γίνεται ταινία.
lacta
Από την Μ. Ασία στην Μακεδονία
Η ιστορία που θα σας πω είναι πέρα για πέρα αληθινή . Είναι από αυτές που θα θέλαμε όλες οι γυναίκες να ζήσουμε. Είναι ιστορία μιας άλλη εποχής, ξεκινάει από τα παράλια της Μ. Ασίας και συγκεκριμένα σε ένα χωριό κοντά στο Αϊβαλί, γύρω στο 1919. Είναι η ιστορία αγάπης της προγιαγιάς μου, ναι καλά ακούσατε της προγιαγιάς μου. Την έλεγαν Όλγα και εκείνον Νίκο, ήταν δύο νέα παιδία που ερωτεύθηκαν με την πρώτη ματιά .
Η Όλγα μικρό κορίτσι ούτε 15 χρόνων και εκείνος σχεδόν 21 .Ήταν η μικρότερη από τα 4 αδέλφια της οικογενείας της και το μοναδικό κορίτσι. Το καμάρι της οικογένειας άριστη μαθήτρια και πολύ καλή νοικοκυρά. Έζησε στις καλές εποχές της Σμύρνης αλλά έφυγε με τις χειρότερες αναμνήσεις.
Ο Νίκος ήταν φίλος του δεύτερου αδελφού της , του Ανδρέα μαθαίνανε μαζί την τέχνη του χρυσού είχαν όνειρα , ήθελαν και οι δύο να ανοίξουν το δικό τους χρυσοχοείο , στην καλύτερη συνοικία της πόλης τους. Που να ήξεραν όμως τι θα ακολουθούσε. Ο Νίκος ήταν ένα πολύ όμορφο παλικάρι ψιλός γεροδεμένος. Όλοι θα τον ήθελαν για γαμπρό και όλες για άνδρα τους. Μελαχρινός με μάτια σαν το μέλι, και καλοσχηματισμένα χείλι .
Την Όλγα δεν την έλεγες όμορφη αλλά είχε μια παράξενη γλύκα μάτια μεγάλα και όλο ζεστασιά μία αρχοντιά που έβγαινε από μέσα της. Ήταν ξανθούλα και όχι πολύ ψιλή κοντά 1,65.Αλλά είχε κάτι. Αυτό το κάτι πρόσεξε και ο Νίκος εκείνη την μέρα που την πρωτοείδε, στο μαγαζάκια του πατέρα της, πίσω από τις κορδέλες και τις πιάστρες. Τα έχασε όταν τον ρώτησε αν θα ήθελε κάτι ? Ε Ε Ε ήρθα για τον Ανδρέα της είπε! Α θα είσαι ο Νίκος μου είπε ότι θα έρθεις αλλά πετάχτηκε κάπου και είπε σε λίγο θα γυρίσει! Της άρεσε και της ίδιας αλλά πως ήταν δυνατόν να ξεστομίσει κάτι τέτοιο. Οι μέρες περνούσαν και οι επισκέψεις του Νίκου όλο και πύκνωναν..
Όλοι είχαν καταλάβει τι συνέβαινε, αλλά η Όλγα τι να να έλεγε, παρόλο που την αγαπούσαν όλοι πάρα πολύ ήταν η μικρή τους η χαϊδεμένη τους. σε μια οικογένεια που τον πρώτο λόγο είχε ο πατέρας και μετά οι γιοί? Ευτυχώς η μαμά της η κυρά Σοφία ήταν πολύ έξυπνη γυναίκα και πάντα έλεγε στην μονάκριβη της..Ο άνδρας είναι τα χέρια και τα πόδια του σπιτιού αλλά το κεφάλι η γυναίκα… έξυπνη η κυρά Σοφία…. Ο καημένος ο Νίκος έλειωνε για την Όλγα , είδε αποείδε και πήγε και της ζήτησε το χέρι… Ο αρραβώνας ήταν το μεγαλύτερο δώρο για την οικογένεια , τον Νίκο τον συμπαθούσαν όλοι, ετοιμαζόταν να ανοίξει το μαγαζί του , η Όλγα είχε και μια μικρή προικούλα και έτσι έκαναν όνειρα.
Τις βέρες τις ευλόγησε ο μεγάλος αδελφός της, που ήταν παπά δάσκαλος σε ένα χωριουδάκι με 10 μαθητές, ο Πέτρος, (παπά Πέτρος) Ώσπου τα γεγονότα της καταστροφής πρόλαβαν και καταστρέφοντας τα πάντα κατέστρεψαν και την οικογένεια της Όλγας και του Νίκου. Η Όλγα είδε με τα μάτια της να καίγετε το σπίτι της μέσα με τους γονείς της , να σκοτώνουν τον Νικήτα (τον μικρότερο από τα αδέλφια της) τον Ανδρέα δεν τον είδε ποτέ της από τότε που έφυγε για να βοηθήσει κάποιους συμπατριώτες τους και ο Παπά Πέτρος ήταν αυτός που την έκρυψε και σώθηκε. Με τον διωγμό έχασε και τον άνθρωπό της τον έρωτα της ζωής της. Χωρίς να της έχει μείνει τίποτα , παρά μόνο οι αναμνήσεις της αποφάσισε με τον μοναδικό άνθρωπο που είχε ( τον αδελφό της) να φύγουν με το καράβι που έφευγαν όλοι για την Ελλάδα. Φτάνοντας κοντά στο λιμάνι θυμήθηκε κάτι χρυσαφικά που είχε κρύψει ο Ανδρέας στην αυλή τους κάτω από μια μουριά. Τόλμησε και το είπε στον Πέτρο αυτός της είπε «ανέβα εσύ στο καράβι και εγώ θα σε προλάβω , θα πάω να τα πάρω, αυτά θα είναι η προίκα σου» και γύρισε για να τα πάρει..Δεν τον ξαναείδε πότε.
Κάποιος συγχωριανός της , της είπε ότι είδε να τον σκοτώνουν. Μέχρι και την ώρα που πέθαινε ζητούσε συγνώμη από τον αγαπημένο της αδελφό. Το καράβι έφτασε στην Θεσσαλονίκη και η Όλγα μαζεύοντας τα κομμάτια της ξεκίνησε να πάει να βρεί κάποιους συγγενείς της μάνας της, σε μία πόλη κοντά στην Θεσσαλονίκη. Όλη μέρα έκλεγε για την οικογένειά της και το βράδυ σκεφτόταν τον Νίκο της και παρακαλούσε τον Θεό να είναι ζωντανός , και αναρωτιόταν ήταν άραγε? . Πέρασε ένας χρόνος και η Όλγα δεν βγήκε καθόλου από το σπίτι της θείας της , όσο και να την παρακαλούσε η ξαδέλφη της εκείνη εκεί σκεφτόταν μόνο τον Νίκο της και δώστου να κλαίει .
Στα 20της γενέθλια της αποφάσισε να βγάλει έξω με την ξαδέλφη της και τον αρραβωνιαστικό της να πάνε σε ένα ζαχαροπλαστείο να τους κεράσει ένα γλυκό . Ο αρραβωνιαστικός της ξαδέλφης της , της έκανε νύξη για ένα φίλο που είχε και αν ήθελε να τον γνωρίσει, ένιωσε τόσο προσβεβλημένη που αμέσως κοκκίνισε , ένιωσε να χτυπάει τόσο δυνατά η καρδιά της που νόμιζε ότι την άκουγα όλοι. Σηκώθηκε πλήρωσε τον λογαριασμό και σε όλη την διαδρομή δεν είπε κουβέντα. Όλη την νύχτα νόμιζε πως είχε προδώσει τον έρωτα της το παλικάρι της τον σύντροφό της. Δεν έκλεισε καθόλου μάτι, την άλλη μέρα το πρωί πηγαίνοντας στην δουλειά είπε την ξαδέλφη της συγνώμη για την συμπεριφορά της και της εξήγησε ότι δεν ήταν δυνατόν να προχωρήσει την ζωή της χωρίς να ξέρει αν έστω ζεί ο Νίκος της. Περνούσαν τα χρόνια και η μόνη της διασκέδαση ήταν η δουλεία της.
Τα Χριστούγεννα του 1924 την βρήκαν και πάλι μόνη. Η ξαδέλφη της είχε παντρευτεί και είχε και το πρώτο της παιδί, ένιωθε πιο μόνη από ποτέ. Ήθελε όσο τίποτε άλλο να προχωρήσει αλλά της ήταν αδύνατον. Ένιωθε και άσχημα ότι την φορτώθηκαν οι συγγενείς της , ήθελε να πάει να μείνει μόνη της. Έβγαζε αρκετά χρήματα και είχε κάνει και το κομπόδεμα της. Την αλλαγή του χρόνου 1925 την πέρασε σε ένα φιλικό της σπίτι ήταν πολύ ωραία νύχτα μέχρι που κάποιος από εκεί της πρότεινε και πάλι προξενιό.
Στην αρχή θύμωσε αλλά μετά σκέφτηκε πως ήταν όντως καιρός για να πάει προς τα κάτω, και ήταν μια λύσει για φύγει και από τους συγγενείς της. Όταν δε της είπαν ότι αυτόν τον λένε και Νίκο ήταν ένας ακόμα λόγος για να δεχτεί έστω να βρεθούνε. Μέτα από μερικές μέρες την ειδοποίησαν ότι θα πήγαινε ο νεαρός να την ζητήσει από την θεία της και τον θείο της . Είχε τόσο άγχος που η καρδιά της πετάριζε συνέχεια. Το προηγούμενο βράδυ στον ύπνος της είχε δει την μάνα της να της χτενίζει τα μαλλιά και να την ετοιμάζει για νύφη, είδε τον πατέρα της να της τραγουδά τραγούδια του τόπου της, τα αδέλφια της να χορεύουν. Ξύπνησε και από τα μάτια της έτρεχαν δάκρια , και ένα μεγάλο γιατί …Γιατί να είναι μόνη της , γιατί να έχουν χαθεί όλοι όσοι αγαπούσε, γιατί να παίρνει έναν άλλο Νίκο και όχι τον δικό της?
Οι μέρες πέρασαν και ήρθε η μέρα του προξενιού. Η ώρα είχε έρθει και στο σπίτι όλα ήταν έτοιμα , ήταν άξια νοικοκυρά και πολύ καλή μαγείρισσα . Η θεία της συγκινημένη σκούπιζε κάθε τόσο τα μάτια της, την αγάπησε πολύ την Όλγα και της στοίχισε που θα έφευγε. Όταν βγήκε η Όλγα από το δωμάτιό της όλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό, δεν την είχαν ξαναδεί τόσο όμορφη και περιποιημένη ποτέ τους , όπως σας είπα δεν ήταν πολύ όμορφη αλλά είχε κάτι το αρχοντικό, το ζεστό και σήμερα άφησε τον εαυτό της ελεύθερο να δείξει ότι είχε κριμένο τόσα χρόνια. Όταν χτύπησε το κουδούνι η καρδιά της κόντεψε να σπάσει, ήρθε η ώρα σκέφτηκε, και πήγε να ανοίξει.
Αυτό που αντίκρισε δεν το πίστευε και το τελευταίο πράγμα που θυμάται ήταν ότι λύγησαν τα πόδια της και έχασε το φώς της. Μέτα από δυο μέρες όταν συνήλθε από το σοκ άνοιξε τα μάτια της και ζήτησε νερό. Τα χέρια που της έδωσαν τα νερό της ήταν γνώριμα μπορεί όχι τόσο μαλακά όπως όταν τα πρώτο έπιασε αλλά είχαν την ίδια ζεστασιά . Άνοιξε όσος πιο πολύ μπορούσε τα μάτια της για να δεί αν όντως ήταν αλήθεια αυτό που έβλεπε. Το χαμόγελο του Νίκου ήταν τόσο πλατύ γεμάτο αγάπη και καλοσύνη , τα μάτια έτρεχαν συνέχεια και ούτε και ίδιος πίστευε αυτό που έβλεπε.
Ναι ήταν ο δικός της Νίκος και η δική του Όλγα. Όλα αυτά τα χρόνια που ήταν χώρια τους φαινόντουσαν τόσο μακρινά, σαν να μη πέρασε ούτε μια μέρα. Ο Νίκος πήρε αγκαλιά του την μικροσκοπική του Όλγα και της εξηγούσε που ήταν αυτά τα πέντε χρόνια και πόσο δύσκολα είχε περάσει. Είχε χάσει και αυτός όλη την οικογένεια του, εκτός από τον μικρό του αδελφό που τους είχε σώσει ο αδελφός της ο Παπά δάσκαλος όπως τον έλεγε ο Πέτρος. Όταν είχε γυρίσει ο Πέτρος για να βρει τα χρυσαφικά που είχαν ξεχάσει τους βρήκε στον δρόμο και για να αποφύγουν τα πυρά των Τούρκων βαρβάρων έβαλε κάτω από το ράσο του τον μικρό Γιάννη και τον έσωσε ο Νίκος έτρεξε και κρύφτηκε σε ένα ρημαγμένο σπίτι και σώθηκε η σφαίρα όμως που προοριζόταν για αυτόν χτύπησε τον Πέτρο και έμεινε στο έδαφος νεκρός.
Κάτω από τα ράσα όμως μπόρεσε και έσωσε τον Γιαννάκη. Η Όλγα δεν πίστευε στα αφτιά της. Τον ρώτησε που ήταν όλο αυτό τον καιρό και της είπε ότι δούλευε σε κάτι χωράφια σε ένα χωριό σε μια γειτονική πόλη, ούτε 50 χιλ. μακριά..Αναρωτιόταν πόσα να είναι τα 50 χιλ. που τους χώριζαν όλα αυτά τα 5 χρόνια? Όχι πολλά της απάντησε αυτός , αλλά πάρα πολλά για να είναι μακριά ο ένας από τον άλλον. Μετά από μερικές μέρες είχαν κανονίσει και τον γάμο τους ήταν πάρα πολύ ευτυχισμένοι και οι δυο. Μετά τον γάμο ρώτησε δειλά τον Νίκο της , τι τον έκανε και είπε ναι στο προξενιό που τους είχαν κανονίσει ? Και αυτός της απάντησε το όνομα της κοπέλας , ότι και την ίδια δηλαδή .
Έζησαν πάρα πολλά χρόνια μαζί .Ευτυχισμένα χρόνια. Έκανα δυο γιούς τους λεβέντες της, έτσι τους έλεγε. Όταν έχασε τον μεγάλο της γιο έχασε την μισή ζωή της (τον παππού μου) όταν μετά από ένα χρόνο έχασε και τον έρωτά της τον Νικολή της έτσι τον αποκαλούσε έχασε και την υπόλοιπη ζωή της….
Τώρα θα μου πείτε που τα ξέρω εγώ όλα αυτά? Ό γιός της όταν πέθανε ήταν 44 χρονών παλικάρι, η μάνα μου ( και κόρη του) ήταν 11. Γνώρισε τον πατέρα μου στα 16 της , τον ερωτεύτηκε αμέσως . Στα 18 τον παντρεύτηκε και στα 19 της έκανε εμένα… Ήμουν το πρώτο της δισέγγονο μου δώσανε και το όνομα του γιού της (του παππού μου) ήμουν η αδυναμία της… Θυμάμαι όλες τις ιστορίες που μου έλεγε θυμάμαι τα βράδια που κοιμόμασταν μαζί , θυμάμαι ακόμα και την μυρωδιά της, την μυρωδιά από τα στραγάλια και της σταφίδας που τόσο αγαπούσε. Τα μπαούλα της με τα προικιά της. Έχω κάποια πλεκτά της …Νιώθω τόσο τυχερή που την γνώρισα που την έζησα και που μου έλεγε όλα αυτά που ήθελε, και ένιωθε. Την έχασα όταν ήμουν σχεδόν 10 χρονών, από εγκεφαλικό.
Η μαμά μου, μου είπε ότι όταν ξεψυχούσε ζητούσε συγχώρηση από τον παπά δάσκαλο, χαιρετούσε τον λεβέντη της (τον παππού μου) και έλεγε στον άνδρα της ζωής της την Νικολή της «έρχομαι αγάπη μου δεν θα περιμένεις άλλο έρχομαι, βρήκα τον δρόμο και σας έρχομαι». Με αυτές τις τελευταίες λέξεις έκλεισε τα μάτια της και δεν την ξανά είδαμε ποτέ. Πιστέψτε με είναι όλα αλήθειά … Όλα τα πρόσωπα και όλα τα ονόματα… Εάν επιλεχτεί η ιστορία μου τα ονόματα των παππούδων μου θα ήθελα να μην αλλαχτούν.
4 σχόλια
teleiooooooooooo synxaritiria pragmatika famtastiko aksizei na epilextei xwris deytreh skepsh einai telriooooooooooooooo sigkinh8hka para polu!!!!!!!!!!!!!
Thursday, November 5, 2009 - 17:09
yperoxi istoria...!!!
Saturday, November 7, 2009 - 23:55
καλογραμμένη και υπέροχη!
Μια ιστορία αγάπης μιας αλλης εποχής που μας κάνει να αναρωτιόμαστε
αν πραγματικά εμείς έχουμε αγαπήσει!
Wednesday, November 11, 2009 - 01:03
teleioooo...krima pou den egine istoria
Sunday, September 26, 2010 - 21:39
Άκουσε το Soundtrack
Εγγραφή νέου χρήστη
Είσοδος / Εγγραφή χρήστη
Αν είστε ήδη εγγεγραμμένος, κάντε login
Αν δεν είστε ήδη εγγεγραμμένος, κάντε εγγραφή
ή συνδεθείτε με

Η εξέλιξη του "Love in action"
Παρακολουθήστε την εξέλιξη παραγωγής της ταινίας “Love in action”, ακολουθώντας βήμα-βήμα...
-
Ψηφοφορία κοινού για τα ονόματα των πρωταγωνιστών
23/11/2009 έως 29/11/2009
-
Ψηφοφορία κοινού για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους
07/12/2009 έως 13/12/2009
Αρχειο
- October 2009 (11)
- November 2009 (8)
- December 2009 (8)
- January 2010 (17)
- February 2010 (7)
- March 2010 (2)
- September 2010 (1)
- January 2011 (1)










Post new Comment