Η δική μου ιστορία ξεκίνησε, όπως και πολλές άλλες ιστορίες στις μέρες μας, μέσω Ίντερνετ και συγκεκριμένα μέσω του Facebook. Ήταν αρχές Μαρτίου, είχα περάσει έναν δύσκολο χειμώνα και το μόνο που ήθελα ήταν να περνάω καλά. Έβγαινα με τις παρέες μου για καφέ, ποτό, φαγητό, σινεμά, θέατρο και ήμουν πολύ ευχαριστημένη, δεν ένιωθα ότι μου λείπει κάτι παρόλο που ήμουν μόνη μου. Η αλήθεια είναι πως όλο το χειμώνα ήθελα να ερωτευτώ, γιατί είχα 5 χρόνια να το πάθω και το προσπαθούσα. Γνώριζα συνέχεια κόσμο, αλλά κανένας δε μου έκανε αυτο το «κλικ» και πλέον το είχα πάρει απόφαση ότι δε θα συμβεί. Έτσι το είχα βγάλει από το μυαλό μου.
Ένα βράδυ γύρισα σπίτι μετά από διασκέδαση με φίλους και κάθησα στο Ίντερνετ. Ανοίγω το προφίλ μου στο Facebook και βλέπω το εξής μήνυμα: «Με παντρεύεσαι;» από κάποιον Γιώργο κάτι. Προφανώς είχε δει τις φωτογραφίες μου και του άρεσα, εμένα όμως η δική του δε μπορώ να πω πως μου έκανε αίσθηση. Απαντώ με ένα ξερό «όχι», εκείνος αμέσως μου στέλνει: «περί ορέξεως..» κι εγώ συμπληρώνω «..κολοκυθόπιτα». Χωρίς καλά καλά να καταλάβω το πως, αρχίζουμε ένα παιχνίδι με παροιμίες το οποίο θα έκανε τη γιαγιά μου πολύ περήφανη. Οι κανόνες είναι οι εξής: γράφουμε το πρώτο σκέλος μιας παροιμίας κι ο άλλος πρέπει να συμπληρώσει το δεύτερο και να βάλει με τη σειρά του μια καινούρια παροιμία για να βρει ο άλλος. Μέχρι ένας από τους 2 μας να δηλώσει ότι δεν ξέρει τη συνέχεια και παραιτείται. Αν έχανα εγώ, θα έπρεπε να βγω μαζί του για καφέ. Αν έχανε εκείνος, δε θα με ξαναενοχλούσε και δε θα γνωριζόμασταν ποτέ.
Το παιχνίδι κράτησε αρκετές μέρες. Μετά από κάμποσα μηνύματα με μισές παροιμίες και διάφορα επιμέρους σχόλια, ο Γιώργος μου στέλνει την εξής φράση: «Όπου κι αν πάει ο Αγγελής..» Δεν είχα ιδέα ποιά είναι η συνέχεια, δεν το είχα ξανακούσει ποτέ στη ζωή μου. Το έψαξα στο Google, με ελληνικά, με greeklish, με διαφορους τρόπους γραφής... Τίποτα. Ρώτησα σε forum, ρώτησα γνωστούς, συγγενείς, φίλους, φυσικά και τη γιαγιά μου.. Δεν ήξερε κανείς. Γαμώτο... Δεν ήθελα να βγω μαζί του. Καταρχήν δε μου πολυάρεσε εμφανισιακά και δεύτερον ήμουν σίγουρη ότι δεν πρόκειται να καταλήξει πουθενά. Γιατί να βγω μαζί του και να χάσω 2 ώρες από τη ζωή μου; Αφού ξέρω ότι δε θα μου κάνει «κλικ», δε θα περάσω καλά, θα βαρεθώ τη ζωή μου και θα ξενερώσω. Άλλωστε ο μόνος λόγος που συμφώνησα εξαρχής ήταν ότι είχα υπερβολικά μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό μου όσον αφορά το θέμα «παροιμίες» και ήμουν σίγουρη ότι θα κερδίσω.
Άρχισα λοιπόν να του λέω ότι αυτή η παροιμία δεν υπάρχει πουθενά και ότι την έβγαλε από το μυαλό του. Εκείνος επέμενε ότι υπάρχει, μου είπε και τη συνέχειά της: «... φαρμάκια πίνει». Δεν είχα άλλη επιλογή λοιπόν παρά να δεχτώ να βγω μαζί του. Το πρώτο ραντεβού ήταν αποτυχία. Εγώ δε μιλούσα καθόλου και περίμενα να περάσει η ώρα για να φύγω, ο Γιώργος μιλούσε ακατάπαυστα και από την υπερβολική προσπάθεια να με εντυπωσιάσει, έλεγε συνεχώς βλακείες. Δεν είχα σκοπό να βγω και δεύτερη φορά μαζί του, παρόλο που εκείνος μου είπε πως θα ήθελε πολύ να βρεθούμε ξανά. Για κάποιο περίεργο λόγο όμως την επόμενη μέρα ένιωθα έντονα την επιθυμία να τον ξαναδω.
Έτσι κι έγινε. Βγήκαμε για ποτό και τα πράγματα δεν είχαν καμία σχέση με την προηγούμενη φορά. Ο Γιώργος αποδείχτηκε πολύ ευχάριστη παρέα, μου έλεγε αστείες ιστορίες και με έκανε συνεχώς να γελάω. Ένιωθα πολύ όμορφα. Κάποια στιγμή άρχισε να μου λέει ότι του αρέσω πολύ κι ότι θα ήθελε να γίνει κάτι μεταξύ μας. Εγώ απάντησα ότι είναι νωρίς ακόμα για κάτι τέτοιο, ότι βιάζεται κι ότι θέλω να τον γνωρίσω καλύτερα πρώτα. Τότε για να με πείσει, χρησιμοποίησε και πάλι μια παροιμία: «Το γοργόν και χάριν έχει». Εγώ είπα το κλασικό «όποιος βιάζεται σκοντάφτει» κι εκείνος διαφώνησε με την ατάκα «στη βράση κολλάει το σίδερο» για να ακούσει αμέσως από εμένα «κάλλιο αργά παρά ποτέ». Προσπάθησα να τελειώσω αυτή τη συζήτηση και να αλλάξω θέμα, λέγοντάς του: «Δεν ωφελεί σε κάτι να το συζητάμε, νομίζω πως το κουράσαμε». Εκείνος όμως κατάλαβε: «Τι το συζητάμε τόση ώρα, φίλησέ με τελοσπάντων!» και τότε έσκυψε και με φίλησε με πάθος. Έπιασα τον εαυτό μου να ανταποκρίνεται παρόλο που λίγα δευτερόλεπτα πριν δεν το θεωρούσα καθόλου καλή ιδέα.
Ένιωθα υπέροχα, μαγικά, έβλεπα αστέρια, πεταλούδες, ουράνια τόξα! Με είχαν ξαναφιλήσει αρκετές φορές, αλλά ποτέ ξανά έτσι. Δεν θέλαμε να ξεκολλήσουμε ο ένας από τα χείλη του άλλου, κάποια στιγμή όμως αναγκαστήκαμε να το κάνουμε γιατί το μαγαζί στο οποίο ήμασταν έπρεπε να κλείσει. Βγήκαμε στο δρόμο, έβρεχε καταρρακτωδώς και κανείς μας δεν είχε ομπρέλα. Δε μας απασχολούσε καθόλου, καθόμασταν μες στη βροχή και φιλιόμασταν για πολλή ώρα. Λες κι ο χρόνος είχε σταματήσει και στον κόσμο υπήρχαμε μόνο εγώ κι αυτός. Γύρισα σπίτι μου με βαριά καρδιά, αλλά πολύ χαρούμενη.
Έκτοτε βγαίναμε κάθε μέρα, γνωρίζαμε ο ένας τον άλλο καλύτερα, ερωτευτήκαμε με πάθος και αγαπηθήκαμε με λατρεία. Μου φαινόταν απίστευτο το πόσο αρνητική εντύπωση μου είχε κάνει την πρώτη φορά που βγήκα μαζί του και το πόσο ευτυχισμένη κατάφερε να με κάνει μετά. Έζησα μαζί του την καλύτερη περίοδο της ζωής μου. Τώρα πια δεν είμαστε μαζί, ήταν δική του επιλογή για λόγους που ποτέ δε μπόρεσα να καταλάβω. Δεν του κρατώ κακία, νιώθω πολύ τυχερή που τον γνώρισα και έζησα αυτή την αξέχαστη εμπειρία. Εξακολουθώ να τον αγαπώ ακόμα. Για μένα θα είναι πάντα το άλλο μου μισό...
Post new Comment