Η δική σου ιστορία αγάπης γίνεται ταινία.
lacta
Το ημερολόγιο της Μελίνας
Πονόδοντος από μια Lacta, η Μελίνα σκέφτεται πως πρέπει να πάει επειγόντως στον οδοντίατρο, αρκετά το ανέβαλε. Τηλεφωνεί στον Λουκά την ίδια στιγμή, τον οδοντίατρο που της σύστησε η κολλητή της πριν μερικούς μήνες. Ευτυχώς μπορεί να την δεχτεί το απόγευμα. Ο άντρας δείχνει ασυναίσθητα χαρούμενος από το τηλεφώνημα, για μια στιγμή μόνο και ύστερα επιστρέφει στην δουλειά του.
Η Μελίνα έτοιμη σχεδόν να φύγει. Ο χώρος που βρίσκεται αποκαλύπτει πτυχές τις προσωπικότητας της. Το βλέμμα της περιφέρεται στο χώρο, καθώς γυρίζει, έχοντας πάρει τα κλειδιά από το γραφείο της, για να φύγει. Διαμέρισμα μικρό, φοιτητικό, με πολλά βιβλία, αντικείμενα, φαίνεται κατοικημένο για καιρό. Στο τέρμα της οπτικής διαδρομής, η πόρτα και εκείνος.Ο Άγγελος. Κοιτούσε το ρολόι του και έκανε νόημα στη Μελίνα να προχωρήσει λέγοντας ότι θα αργήσουν. Οι δυο τους είναι σχεδόν συνομίληκοι και μοιάζουν ερωτευμένοι.
Μετά την «επισκευή» του δοντιού, η Μελίνα, στο γραφείο πια του Λουκά, δείχνει να έχει μια ευχάριστη συζήτηση μαζί του. Παρότι υπάρχει μια διαφορετικότητα ανάμεσά τους, το κλίμα είναι πολύ φιλικό και οικείο. Χαμογελούν και οι δυο, δείχνοντας ότι περνούν ευχάριστα. Η Μελίνα, μετά την πρωτη γνωριμία με το Λουκά, άρχισε να του μιλά στον ενικό χωρίς να το συνειδητοποιήσει και παρά την κάποια διαφορά ηλικίας, που δεν ήταν μεγάλη αλλά ούτε και μικρή. Αυτό έκανε εντύπωση στον Λουκά, και ενίσχυσε την αίσθηση που του είχε δημιουργηθεί, ότι ήταν σαν να την γνώριζε από καιρό. Ευδιάθετη η γλυκιά κ νεαρή κοπέλα φεύγει από το γραφείο.
Έξω απο το ιατρείο περιμένει ο Άγγελος. Λίγο πριν βγει η Μελίνα, εκείνος ζύγιζει πονηρά με το βλέμμα του μια άγνωστη κοπέλα που περνάει μπροστά του και του χαμογελά. Η Μελίνα ανοίγει την πόρτα, βγαίνει και το βλέμμα του νεαρού άντρα αλλάζει ακαριαία. Εκείνη τον φιλά χαμογελαστή, δείχνοντας πως δεν έχει καταλάβει κάτι. Μοιάζει ειλικρινά, βαθιά συναισθηματική απέναντί του και ίσως να μην το αξίζει.
Ο άντρας στο ιατρείο συνέχισε τη δουλειά για πολλές ώρες, μέχρι που βραδιάζει. Κουρασμένος και φανερά απογοητευμένος πατάει το κουμπί τερματισμός στο pc του, βγάζει την λευκή μπλούζα, κλείνει τα φώτα και φεύγει.
Κλειδιά, πόρτα ανοίγει και ο Λουκάς στο σπίτι του πια, μονοκατοικία, σκοτάδι. Στην κουζίνα που αποτελεί μέρος ενός ενιαίου χώρου, ένα αχνό φως απο τον απορροφητήρα αποκαλύπτει την παρουσία σκεπασμένου φαγητού. Και στο βάθος μια φιγούρα, σε ένα άλλο δωμάτιο, δουλεύει στο κομπιούτερ. Η Ευγενία. Εκείνος πλησιάζει με καλή διάθεση, χαιρετά και φιλά θερμά τη γυναίκα αυτή, όμως η ανταπόκριση δεν είναι ανάλογη. Ύστερα από μια σύντομη συζήτηση εκείνη επιστρέφει στη δουλειά και αυτός κάπως απογοητευμένος κατευθύνεται στην κουζίνα για να δειπνήσει μόνος. Στη συνέχεια ξαπλώνει στον καναπέ, μπροστά στην τηλεόραση. Ο ύπνος δεν αργεί, λυτρωτικά.
Η Μελίνα κοιτάζει το ημερολόγιό της, υπάρχει μια ημερομηνία υπογραμμισμένη. Αγγίζει, με μια γλυκιά νοσταλγία, απαλά το χαρτί και με τη σκέψη της αναπολεί. Θυμάται την ημέρα που γνώρισε τον Άγγελο. Ήταν σε ένα βιβλιοπωλείο έτοιμη να αγοράσει ένα βιβλίο με ποιήματα- το κρατούσε και αυτό δίπλα στο ημερολόγιο- όταν απ’ τα πολλά πράγματα που κρατούσε, το βιβλίο, που ήταν και βαρύ, της έπεσε πάνω στο πόδι κάποιου. Αμέσως μετά από ένα πνιχτό επιφώνημα πόνου, ταυτόχρονα και έκπληξης, ο Άγγελος γυρίζει έτοιμος να σχολιάσει με νεύρα το γεγονός. Καθώς όμως αντιλαμβάνεται την κατάσταση αλλά και το γλυκό παρουσιαστικό της Μελίνας, ηρεμεί. Σκύβει και σηκώνει ευγενικά το βιβλίο, λέγοντας πως δεν πειράζει. Όμως το σχόλιο που κέρδισε την προσοχή της Μελίνας, ήταν η υπόνοια, πως για τόσο βαριά βιβλία θα έπρεπε να απαγορευτεί η έκδοση. Με την αιτιολογία του δημόσιου κινδύνου. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία.
Στο ιατρείο, ο Λουκάς για άλλη μια μέρα με πολλή δουλειά. Κάποια στιγμή μικρής παύσης, αφήνει το μυαλό του να ταξιδέψει μέσα σε μια φωτογραφία. Μια θερμή αγκαλιά με την Ευγενία, σε κάποιο ηλιοβασίλεμα. Μια εικόνα ρομαντική, μια πόζα την οποία εκείνος κατεύθυνε. Ο Λουκάς παρά το, έντονα, αντρικό παρουσιαστικό του έκρυβε μια αρκετά ρομαντική ψυχή. Πίστευε ότι και η Ευγενία έκρυβε τον ίδιο ρομαντισμό, παρότι συχνά είχε την αίσθηση ότι εκείνος ήταν που την παρέσερνε στο δικό του ρυθμό. Τελευταία είχε ακόμη την αίσθηση ότι ούτε αυτό συνέβαινε πια. Αισθανόταν ότι κάτι έπρεπε να κάνει, όμως τη σκέψη του αυτή διέκοψε τι άλλο, η δουλειά.
Η μέρα έφτασε. Μια κοπέλα μπαίνει βιαστικά σε ένα ασανσέρ. Είναι η Μελίνα, πιο όμορφη από ποτέ. Κοιτάζει με ενθουσιασμό και ικανοποίηση κάτι που κρατά. Είναι μια Lacta Lov’it. Επάνω της, όμορφα γραμμένο, ένα απο τα αγαπημένα της ποιήματα, βγαλμένο από εκείνο το βιβλίο που ήταν η αφορμή για να γνωρίσει τον Άγγελο:
i carry your heart with me by E. E. Cummings
I carry your heart with me (i carry it in my heart)
i am never without it (anywhere I go you go, my dear;
and whatever is done by only me is your doing,my darling)
i fear no fate (for you are my fate, my sweet)
i want no world (for beautiful you are my world, my true)
and it's you are whatever a moon has always meant
and whatever a sun will always sing is you
here is the deepest secret nobody knows
(here is the root of the root and the bud of the bud
and the sky of the sky of a tree called life;
which grows higher than the soul can hope or mind can hide)
and this is the wonder that's keeping the stars apart
I carry your heart (i carry it in my heart)
Είναι ενθουσιασμένη όμως και για κάτι ακόμα , ο Άγγελος δεν την περιμένει. Το σχέδιο της ήταν, να τον εκπλήξει ευχάριστα με την παρουσία, τη σκέψη και τη χειρονομία της. Βαθιά μέσα της είχε και μια ανησυχία που δεν την θεωρούσε όμως δικαιολογημένη. Καμιά φορά ένιωθε πως υπάρχουν πράγματα για τον Άγγελο που δεν γνώριζε. Όμως δεν ήταν τώρα ώρα για περίεργες σκέψεις. Το χαμόγελο επέστρεψε στο πρόσωπό της, βλέποντας τον ανελκυστήρα να σταματά στον όροφο του προορισμού της.
Την ίδια ώρα ο Λουκάς, είχε βγει για ψώνια –είδη πρώτης ανάγκης για το σπίτι . Ήταν πολύ ευδιάθετος, μιας και ήταν ελεύθερος ωραρίου, μέρα Σάββατο. Στο ένα χέρι είχε τα ψώνια και στο άλλο κρατούσε μια λιτή αλλά όμορφη κάρτα. Μέρες τώρα είχε διαλέξει το σύντομο αλλά περιεκτικό στίχο που ταυτιζόταν με αυτό που ήθελε να εκφράσει:
love is a place... (58) by E. E. Cummings
love is a place
& through this place of love
move (with brightness of peace)
all places
yes is a world
& in this world of yes
live (skilfully curled)
all worlds
U ARE MY PLACE, U ARE MY WORLD
Με την τελευταία πρόταση να είναι δική του προσθήκη. Οι κάρτες ήταν κάτι που συνήθιζε, μια γλυκιά σκέψη, όταν ένιωθε αυτή ρομαντική διάθεση. Πριν φύγει από το σπίτι ένιωθε πως κάτι απασχολούσε έντονα την Ευγενία όμως δεν έδωσε σημασία. Σκέφτηκε πως είναι άλλος ένας λόγος να επισπεύσει την κίνησή του. Μαζί με τα ψώνια είχε αγοράσει και ένα κουτί σοκολατάκια “I love Lacta” για να συνοδέψει την κάρτα, όμως κάτι έλειπε. Καθώς προχωρούσε προς το αυτοκίνητο λίγο αφηρημένος, με το μυαλό του να τρέχει στην πρωινή συμπεριφορά της Ευγενίας, το είδε. Αυτό που έλειπε. Ένα μπουκέτο φούξια ζέρμπερες. Λουλούδι που θεωρούσε πολύ εντυπωσιακό, ρομαντικό και μακριά από τα κλισέ. Τα αγόρασε χωρίς δεύτερη σκέψη και ένιωσε έτοιμος. Μπήκε στο αυτοκίνητο με χαρά.
Η πόρτα του ανελκυστήρα ανοίγει και η κοπέλα ξεχύνεται στο διάδρομο. Λίγα βήματα ακόμη και θα είναι εκεί. Μπροστά της μια στροφή στο διάδρομο, μια γνώριμη φωνή ακούγεται. Δεν καταλαβαίνει τι λέει, όμως την κάνει να χαμογελάσει. Σκέφτεται πως χάλασε η έκπληξη, μπορεί να την είδε απο το μπαλκόνι. Κλάσματα του δευτερολέπτου αργότερα και πριν η Μελίνα στρίψει, ακούγεται και κάτι ακόμη, που διαλύει το χαμόγελο από το πρόσωπό της. Μια ακόμη φωνή, θηλυκή. Σταματά ακριβώς πριν τη στροφή, αμφιταλαντεύται για τον αν πρέπει να προχωρήσει. Οι ομιλίες έχουν σταματήσει και αποφασίζει να κάνει ένα βήμα ακόμη αποκτώντας έτσι οπτική επαφή. Όμως αυτό που βλέπει επιβεβαιώνει το χειρότερο ενδεχόμενο του μυαλού της. Πριν προλάβει κανείς να την δει, φεύγει όπως ακριβώς ήρθε. Βγαίνοντας από το κτίριο στέκεται, δακρυσμένη, μπροστά απο έναν κάδο σκουπιδιών. Σκέφτεται να πετάξει τη Lacta όπως είναι. Διστάζει. Ένα κομμάτι του εαυτού της έχει εκφραστεί πάνω της. Ανοίγει το περιτύλιγμα, το διπλώνει και το βάζει στη τσέπη της. Κόβει τη Lacta στη μέση και πετά συμβολικά το μερίδιο του Άγγελου. Αρχίζει να περπατά, με δάκρυα να τρέχουν στο συννεφιασμένο της πρόσωπο. Ένα κομμάτι σοκολάτας στο χέρι της. Το αντίδοτο; Ίσως όχι, όμως το έχει ανάγκη.
Ο συναγερμός ενός αυτοκινήτου διαλύει την μεσημεριανή ησυχία. Ο Λουκάς έχει φτάσει. Κλειδιά, πόρτα ανοίγει και στο σπίτι επικρατεί απόλυτη ηρεμία. Μοιάζει άδειο αλλά αυτό είναι κάτι που δεν περίμενε ο Λουκάς. Ύστερα από μια σύντομη βόλτα στο ισόγειο επιστρέφει απορημένος. Μια δέσμη φυσικού φωτός λούζει την κουζίνα. Και τότε το παρατήρησε. Δίπλα στο σκεπασμένο φαγητό ένας φάκελος. Αφήνει ηχηρά κάτω τις σακούλες και πλησιάζει. Το διαβάζει ανέκφραστος, το σκίζει και το πετά. Βάζει τα λουλούδια σε ένα βάζο και τοποθετεί μπροστά τους ανοιχτή την κάρτα και δίπλα τα σοκολατάκια. Δεν αγγίζει το φαγητό. Ξαπλώνει στον καναπέ και ο ύπνος δεν έρχεται ποτέ, βασανιστικά.
Ύστερα από αρκετές μέρες, φανερά ταλαιπωρημένος ο Λουκάς πίνει λίγο καφέ στην κουζίνα. Τα τρία αντικείμενα είναι ακόμη εκεί ανέγγιχτα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Αποφασίζει να πετάξει τα μισομαραμένα λουλούδια, καταχωνιάζει την κάρτα στο συρτάρι με τα μαχαιροπήρουνα- ούτε που τα πρόσεξε- και παίρνει τα σοκολατάκια μαζί του, φεύγοντας για τη δουλειά. Έχει ραντεβού με τη Μελίνα σήμερα, κάτι που όμως του διαφεύγει.
Το ημερολόγιο της Μελίνας κείτονταν πάνω στο γραφείο για μέρες, απέφευγε να το ανοίξει. Δεν είχε διάθεση να συμμετέχει σε τίποτα εθελοντικά. Όμως ενδόμυχα ήξερε πως είχε λησμονήσει κάποια εκκρεμότητα. Δεν μπορούσε να θυμηθεί, οπότε το ανοίγει. Ραντεβού με τον Λουκά,στις 3. Ίσα που θα προλάβει σκέφτεται. Λίγα λεπτά αργότερα είναι έτοιμη, φορά την καπαρτίνα της, παίρνει την τσάντα της, το ημερολόγιο της. Πριν το βάλει όμως μέσα στην τσάντα και ψάχνοντας τα κλειδιά στην τσέπη της, βρίσκει το περιτύλιγμα της Lacta. Στέκεται για μια στιγμή, το κοιτά και η άκρη του ματιού της πέφτει στο ρολόι της. Δεν είναι ώρα για δράματα, θα αργήσει. Τα κλειδιά είναι πάνω στην πόρτα. Βάζει ασυναίσθητα το περιτύλιγμα μέσα στο ημερολόγιο, το ημερολόγιο στην τσάντα, βγάζει τα κλειδιά και φεύγει.
Στο ιατρείο, όλα κυλούν εντός προγράμματος. Εκτός απο το τελευταίο ραντεβού που μοιάζει να έχει αργήσει. Αυτό κινητοποιεί τον Λουκά να τσεκάρει ποιος είναι ο αργοπορημένος. Παίρνει το πέμπτο κατά σειρά σοκολατάκι- σαν να είχε βάλει στοίχημα να τα τελειώσει όλα σήμερα. Βλέπει στο πρόγραμμα το όνομα και του προκαλεί απρόσμενη χαρά. Μέρες τώρα δεν είχε όρεξη για τίποτα. Όμως τώρα νιώθει λίγο πιο ανάλαφρος για κάποιο λόγο. Και η Μελίνα στον δρόμο προς εκεί άρχισε να νιώθει μια γλυκειά προσμονή που θα συναντούσε τον Λουκά, παρά την κακή της διάθεση.
Η συνάντηση κύλησε ήρεμα, κοντά αλλά όχι ακριβώς όπως πάντα. Προσπαθούσαν να κρύψουν το βαρύ συναισθηματικό φορτίο. Όμως υπήρχε διάχυτη η αίσθηση και στους δύο ότι η ώρα κυλούσε, δρώντας ανακουφιστικά στη διάθεση τους. Η Μελίνα άνοιξε κάποια στιγμή το ημερολόγιο της για να σημειώσει το επόμενό τους ραντεβού. Είδε με την άκρη του ματιού της ένα κόκκινο χαρτάκι να προεξέχει, πράγμα που τη σύχγυσε. Τη σύγχυσε τόσο πολύ που δεν παρατήρησε τι συνέβη αμέσως μετά. Ξαφνικά το μόνο που ήθελε, ήταν να βγει από το δωμάτιο. Έγραψε βιαστικά, όπου βρήκε, το ραντεβού, εκλείσε λίγο άτσαλα το ημερολόγιο και ζήτησε συγνώμη για να πάει στην τουαλέτα. Βγήκε τόσο γρήγορα από το δωμάτιο, που δεν κατάλαβε, ότι ο Λουκάς ξεκίνησε κάτι να της λέει.
Η φράση του Λουκά ήταν ότι «κάτι σου έπεσε». Μόνο το «κάτι» πρόλαβε να ξεστομίσει πριν η Μελίνα βγει από το δωμάτιο. Και φυσικά εκείνη δεν είχε καταλάβει ότι κάτι γλίστρισε μέσα από το ημερολόγιο. Ο Λουκάς το σήκωσε με περιέργεια, δεν είχε σκοπό να το διαβάσει αλλά ήταν διπλωμένο με το ποιήμα από την έξω μεριά. Το μόνο που είδε ήταν ο τίτλος και έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και ακούστηκαν βήματα. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, έβαλε με μεγάλη ταχύτητα το περιτύλιγμα κάτω από τα χαρτιά του, κάθησε στην καρέκλα λίγο άτσαλα και προσπάθησε να φανεί ατάραχος όχι όμως με μεγάλη επιτυχία.
Η Μελίνα βέβαια δεν είχε την διαύγεια για να το παρατηρήσει. Φόρεσε αμέσως την καπαρτίνα της, έβαλε το ημερολόγιο στην τσάντα και χαιρέτισε τον Λουκά που την κοιτούσε παράξενα. Η συμπεριφορά της δεν άφησε περιθώρια για περαιτέρω διάλογο και το περίεργο βλέμμα του Λουκά πέρασε απαρατήρητο. Ωστόσο και εκείνος παρότι κάτι ήθελε να πει, δεν έβρισκε τις λέξεις, δεν είχε ακόμη καταλάβει τι του συνέβαινε. Η Μελίνα έφυγε με ανάμεικτα συναισθήματα. Σκεφτόταν ότι μέχρι τη στιγμή που είδε το περιτύλιγμα περνούσε ίσως την πιο ευχάριστη ώρα, από τοτε που χώρισε με τον Άγγελο. Αυτό την προβλημάτισε λίγο για το τι μπορεί να σημαίνει. Ενώ αποφάσισε ότι θα αφήσει πλέον το παρελθόν πίσω της.
Αφού έφυγε η Μελίνα, ο Λουκάς έβγαλε το περιτύλιγμα από εκεί που το είχε καταχωνιάσει και το διάβασε λίγο καλύτερα. Ήξερε λέξη προς λέξη τι έλεγε, όμως άλλο ήθελε να δει. Στο τέλος του ποιήματος έγραφε «για τον Άγγελο» και κάποιος είχε διαγράψει με ένα χ αυτή τη φράση. Είχε παρατηρήσει και από το παράθυρο ότι κανείς δεν έφερε, ούτε περίμενε την Μελίνα, οπότε δεν του ήταν δύσκολο να σχηματίσει το παζλ. Ξαφνικά ένιωσε την ανάγκη να φύγει, ένιωσε μεγάλο ενθουσιασμό για κάτι που σκέφτηκε, όμως θα έπρεπε να περιμένει μέχρι το βράδυ.
Γυρίζοντας στο σπίτι, άρχισε αμέσως να ψάχνει συρτάρια, ντουλάπια, κουτιά με φωτογραφίες και ενθύμια. Ύστερα από αρκετή ώρα το βρήκε, μια κάρτα. Ενθουσιάστηκε ακόμη πιο πολύ. Είδε την ημερομηνία, ήταν πριν πολύ καιρό. Στάθηκε λίγο να την κοιτάζει και στο τέλος το αποφάσισε. Σημείωσε κάτι πάνω της, την έκλεισε και είπε στον εαυτό του, πως τώρα το μόνο που μένει είναι να περιμένει.
Δέκα μέρες μετά, πίσω στο ιατρείο, είχε έρθει επιτέλους η στιγμή που περίμενε με τόση αγωνία ο Λουκάς. Στα χέρια του κρατούσε εκείνη την κάρτα. Μέσα της, στην κενή πλευρά είχε προσαρμόσει το περιτύλιγμα που έπεσε από το ημερολόγιο της Μελίνας. Κρατούσε και μια Lacta- κλασική είχε αποφασίσει- για να συμπληρώσει την κίνησή του. Είδε, απο το παράθυρο, τη Μελίνα να έρχεται και τα έκρυψε αμέσως στο συρτάρι.
Περπατώντας τη γνώριμη διαδρομή προς το ιατρείο η Μελίνα ένιωθε μια γλυκειά αγωνία. Δεν χρειάστηκε καν να ανοίξει το ημερολόγιό της, το πρωί, για να θυμηθεί το ραντεβού (άλλωστε από την τελευταία φορά στο ιατρείο του Λουκά , δεν το είχε ανοίξει). Μάλιστα στο σπίτι, έπιασε τον εαυτό της, να περιποιείται την εμφάνισή της περισσότερο από άλλες φορές. Και είναι αλήθεια, πως αυτές τις δέκα μέρες, δεν σταμάτησε να σκέφτεται πόσο όμορφα περνούσε κάθε φορά που βρισκόταν με το Λουκά. Αν και, η δική του συναισθηματική κατάσταση, πέρα από το ότι ήταν δεσμευμένος, ήταν άγνωστη. Σήμερα λοιπόν ένιωθε άγχος, πεταλούδες στο στομάχι, αλλά δεν περίμενε κάτι διαφορετικό ή συνταρακτικό να συμβεί. Πόσο λάθος έκανε. Έφτασε.
Η αμηχανία στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα ήταν έκδηλη. Ύστερα από ένα σύντομο διάλογο και πολλά χαριτωμένα χαμόγελα, προχώρησαν στη δουλειά. Ο Λουκάς από τη βιασύνη του να βάλει σε εφαρμογή το εγχειρημά του, τελείωσε πιο γρήγορα από κάθε άλλη φορά, αυτό που είχε να κάνει στα δόντια της Μελίνας.
Ύστερα από λίγη ώρα λοιπόν, κάθισαν στο γραφείο. Ο Λουκάς άρχισε να ψάχνει τα χαρτιά του στο γραφείο, για να δώσει λίγα δευτερόλεπτα στον εαυτό του, να προετοιμαστεί. Ανοίγει αργά το συρτάρι και αφού ρίχνει μια ματιά στη Μελίνα, απλώνει το χέρι του και πιάνει κάρτα και Lacta. Πριν τα παρουσιάσει, λέει στη Μελίνα πως έχει κάτι για εκείνη. Εκείνη ξαφνιάζεται ευχάριστα και ρωτάει τι είναι. Εκείνος λέει πως είναι κάτι δικό της που είναι όμως και δικό του. Η Μελίνα μπερδεύτηκε λίγο, μόνο μέχρι να της δώσει ο Λουκάς αυτά που κρατούσε οπότε και ένιωσε έκπληξη. Άνοιξε την κάπως ταλαιπωρημένη κάρτα για να νιώσει σοκαρισμένη πια. Στη μια μεριά το δικό της περιτύλιγμα και στην άλλη μια γνώριμη γραφή, του Λουκά. Παράλληλα οι πεταλούδες στο στομάχι της δυνάμωναν. Η ημερομηνία δικαιολογούσε την κατάσταση της κάρτας. Στο κάτω μέρος έλεγε «στην Ευγενία» και κάποιος είχε διαγράψει με πανομοιότυπο τρόπο τη φράση, όπως στο περιτύλιγμα. Όμως το μεγάλο σοκ κρυβόταν αλλού. Αριστερά και δεξιά υπήρχαν τα ίδια λόγια, τα λόγια του Cummings.
-Αγαπάς κ συ αυτό το ποιήμα; ψέλλισε η Μελίνα, που τα χέρια της πια έτρεμαν και που δεν αισθάνοταν το στομάχι της, από τις πεταλούδες.
Ο Λουκάς σηκώθηκε χωρίς να μιλήσει, πήγε στη μεριά της Μελίνας έκλεισε στα χέρια του, τα δικά της, κλείνοντας έτσι και την κάρτα. Ύστερα γλίστρησε τα χέρια του πιο ψηλά, την έπιασε από τους καρπούς και την έκανε να σηκωθεί από τη θέση της. Την έφερε πιο κοντά του. Εκείνη σαν υπνωτισμένη ακολουθούσε χωρίς να τον κοιτάζει αλλά ένιωθε πως η καρδιά της θα σπάσει. Και τότε ο Λουκάς είπε.
-Ναι το αγαπώ, όπως μάλλον αγαπώ κι εσένα.
Και με αυτή τη φράση έκανε την Μελίνα να τον κοιτάξει κατάματα, μόνο για να τον δει να πλησιάζει και να την φιλά. Αμέσως μετά το φιλί εκείνη έσκυψε πάλι το κεφάλι, άφησε στην άκρη την κάρτα, έκοψε την Lacta όπως ήταν στη μέση, έδωσε το μερίδιο του στο Λουκά και είπε:
-Κατάλαβα, δικό σου και δικό μου, δείχνοντας με νόημα τη σοκολάτα.
Άκουσε το Soundtrack
Εγγραφή νέου χρήστη
Είσοδος / Εγγραφή χρήστη
Αν είστε ήδη εγγεγραμμένος, κάντε login
Αν δεν είστε ήδη εγγεγραμμένος, κάντε εγγραφή
ή συνδεθείτε με

Η εξέλιξη του "Love in action"
Παρακολουθήστε την εξέλιξη παραγωγής της ταινίας “Love in action”, ακολουθώντας βήμα-βήμα...
-
Ψηφοφορία κοινού για τα ονόματα των πρωταγωνιστών
23/11/2009 έως 29/11/2009
-
Ψηφοφορία κοινού για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους
07/12/2009 έως 13/12/2009
Αρχειο
- October 2009 (11)
- November 2009 (8)
- December 2009 (8)
- January 2010 (17)
- February 2010 (7)
- March 2010 (2)
- September 2010 (1)
- January 2011 (1)










Post new Comment