Η δική σου ιστορία αγάπης γίνεται ταινία.

lacta

Το κορίτσι του επάνω ορόφου

Η ιστορία ξεκινά περίπου 10 χρόνια πριν... Ας πούμε τον Ιούνιο του 2000.

Η γνωριμία

Μία τότε 17χρονη κοπέλα, η Ειρήνη, πηγαίνει σε ένα νυχτερινό κέντρο, για να δει το τραγουδιστή- είδωλο της.
Για την ακρίβεια  στο νυχτερινό κέντρο έχει πάει με την συνοδεία της κολλητής της , η οποία είναι επίσης πωρωμένη με τον ίδιο τραγουδιστή.
Κάποια στιγμή όμως έρχεται η ώρα να κλείσει το μαγαζί και να φύγουν. Δεν δέχονται όμως να φύγουν χωρίς μία φωτογραφία του αγαπημένου τους τραγουδιστή. Ψάχνουν να βρουν κάποιον από τους φωτογράφους του μαγαζιού, αλλά δεν βρίσκουν κανέναν...
Μετά από έναν σύντομο καυγά για το ποια θα κάνει τον γύρο του μαγαζιού προκειμένου να βρει έναν φωτογράφο, η Ειρήνη τελικά δέχεται να πάει να ψάξει.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η Ειρήνη, η οποία έχει μυωπία, ως γνήσια έφηβη, στις νυχτερινές της εξόδους δεν φοράει τα γυαλιά της, αλλά δυστυχώς δεν φοράει ούτε φακούς.
Φεύγει από το τραπέζι σε κάποια στιγμή δίπλα στην έξοδο, συναντά έναν νεαρό ντυμένο στα μαύρα, όπως τα γκαρσόν του μαγαζιού.
Εκείνη την στιγμή της φαίνεται ως άγγελος εξ ουρανού, που θα την βοηθήσει να βρει έναν αναθεματισμένο φωτογράφο, που θαρρείς και είχαν κρυφτεί.
Κατευθύνεται αποφασιστικά προς το μέρος του και τον ρωτάει που μπορεί να βρει έναν φωτογράφο. Αυτός, που βλέπει καλύτερα , της λέει ότι μία φωτογράφος έρχεται προς το μέρος τους..
Δυστυχώς όμως μπροστά από την φωτογράφο, έρχεται μία ανυποψίαστη κοπέλα, η οποία φοράει την τσάντα της διαγώνια (όπως δηλ. η φωτογράφος την μηχανή της) και στηριζόμενη στα λόγια του νεαρού η Ειρήνη, παρεξηγεί και πάει να μιλήσει στην άσχετη κοπέλα. Την τελευταία στιγμή, ο νεαρός αντιλαμβάνεται τι πάει να συμβεί και την αρπάζει από χέρι και της λέει γεμάτος απορία: «Τι κάνεις? Δεν είναι φωτογράφος η κοπέλα! Δεν σου είπα γι ‘αυτήν! Δεν βλέπεις την τσάντα;»
Η Ειρήνη απολογείται και του εξηγεί ότι απλά δεν φοράει τα γυαλιά της... Και ξεσπάνε στα γέλια! Την βοηθάει να βρει την φωτογράφο και μόλις η Ειρήνη την βρίσκει, τον νεαρό τον φωνάζει κάποιος ανώτερος του και εξαφανίζεται. Έτσι η Ειρήνη δεν προλαβαίνει καν να τον ευχαριστήσει...
Πηγαίνει ανακοινώνει στην φίλη της ότι τα κατάφερε και ξεκινάνε να φύγουν.
Στην έξοδο όμως τον ξανασυναντάει.
Αφήνει την κολλητή να προχωρήσει μπροστά και πηγαίνει κοντά του, να τον ευχαριστήσει για την βοήθεια του. Της ζητά τον αριθμό της, του τον δίνει και φεύγει.

Η συνέχεια είναι μάλλον συνηθισμένη: ανταλλάζουν μερικά μηνύματα γνωριμίας (ποσών χρόνων είσαι, τι κάνεις κτλ. )και κανονίζουν να βρεθούν για καφέ.
Αποκαλύπτεται ότι ο νεαρός λέγεται Κώστας, είναι φοιτητής και δουλεύει ήδη 2 χρόνια νύχτα. Φαίνεται και φέρεται ως πολύ μεγαλύτερος και η Ειρήνη είναι καταγοητευμένη.

Το πρώτο ραντεβού

Για καφέ... Μόνο που ο Κώστας δεν πίνει καφέ. Η Ειρήνη είναι αγχωμένη και καπνίζει το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο. Ο Κώστας είναι αντικαπνιστής. Ο Κώστας είναι άντρας και η Ειρήνη , ακόμα ουσιαστικά παιδί. Όχι μόνο λόγω ηλικίας και αλλά και λόγω χαρακτήρα. Ο Κώστας δεν συμπαθεί τον τραγουδιστή – είδωλο της Ειρήνης και δεν του αρέσει να μιλάει για την σχολή του. Η Ειρήνη δεν έχει ξαναβγεί με γκόμενο άνω των 18 και αφού θυμούνται λίγο και πάλι το σκηνικό με την φωτογράφο κα γελάνε και πάλι, τα θέματα συζήτησης μοιάζουν εξαντλητικά λίγα...
Γενικώς, μία αποτυχία!
Ο Κώστας συνειδητοποιεί ότι η Ειρήνη είναι πολύ γλυκιά, έξυπνη και όμορφή, αλλά και πολύ μικρή και άβγαλτη για τα γούστα του.
Η Ειρήνη συνειδητοποιεί ότι ο Κώστας της αρέσει πολύ, την γοητεύει που είναι τόσο σοβαρός & ώριμος, που δουλεύει νύχτα και τα βγάζει πέρα μόνος του αλλά δεν είναι για τα κυβικά της...
Έτσι χωρίζουν οι δρόμοι τους με ένα κρύο χαιρετισμό και την δικαιολογία ότι ο Κώστας είχε διάβασμα λόγω εξεταστικής.

Ο Σεπτέμβρης

Η Ειρήνη δίνει πανελλήνιες και περνάει στο ίδιο Πανεπιστήμιο που είναι και ο Κώστας. Διαφορετική σχολή βέβαια, αλλά δεν πειράζει...
Η Ειρήνη εν τω μεταξύ σκέφτεται που & που τον Κώστα, και αισθάνεται και απογοητευμένη από την «σκηνική της παρουσία» στο πρώτο τους ραντεβού.
Στο διάστημα που έχει μεσολαβήσει έχουν ανταλλάξει ένα-δύο αδιάφορα μηνύματα, πάντα με πρωτοβουλία της Ειρήνης. Το πιο παράξενο όμως είναι ότι ο Κώστας πάντα απαντούσε αμέσως.
Η εγγραφή στο Πανεπιστήμιο φαντάζει ως η χρυσή ευκαιρία να ξαναδεί τον Κώστα. Όταν λοιπόν χάνεται στην Πανεπιστημιούπολη, πράγμα αναμενόμενο, τον παίρνει τηλέφωνο στις 10 το πρωί Δευτέρας να τον ρωτήσει αν ξέρει που βρίσκεται η Γραμματεία της σχολής της και φυσικά τον ξυπνάει.
Ο Κώστας, ο οποίος βεβαίως και δεν γνωρίζει την κάτοψη του Πανεπιστημίου, της εξηγεί, ότι δεν μπορεί να την καθοδηγήσει και (!!!!) προσφέρεται να πάει να την βρει για να ψάξουν μαζί, δεδομένου ότι μένει κοντά. Άγνωστο ακόμα για ποιον λόγο προσφέρθηκε, αλλά η Ειρήνη πέταξε από την χαρά της.
Ωστόσο, συνειδητοποιώντας ότι τον έχει ξυπνήσει και παρά το γεγονός ότι θα έκανε τα πάντα για τον δει, αρνείται και τον συμβουλεύει να ξαναπέσει για ύπνο. Θα τα καταφέρει, λέει, μόνη της. Ενδόμυχα, πιστεύει ότι θα τον βλέπει συνέχεια από δω και στο εξής, επειδή ίσως δεν γνωρίζει το μέγεθος της πόλης και της Πανεπιστημιούπολης, την οποία φαντάζεται σαν το προαύλιο του Λυκείου.

Φοιτητική Ζωή

Όλως παραδόξως η Ειρήνη συναντιόταν συχνά με τον Κώστα. Στο κυλικείο, στα νυχτερινά μαγαζιά, όπου ως γνήσια φοιτήτρια έγινε θαμώνας, στον δρόμο έξω από το Πανεπιστήμιο, οπουδήποτε...
Τον πρώτο καιρό που ήταν στην σχολή  κανονίσανε να βρεθούνε.
Η Ειρήνη του είπε θα έβγαινε με μία φίλη της και του πρότεινε να έρθει. Αυτός επειδή ήταν κουρασμένος, αντιπρότεινε να πάρει την κολλητή της και να περάσουνε από το σπίτι του.
Βέβαια η Ειρήνη δεν ήξερε την οδό, στο στενό που έμενε, και έτσι ανάγκασε τον Κώστα να την περιμένει σε μία κεντρική οδό, με τις φόρμες μέσα στον χειμώνα, προκειμένου να μην αφήσει τα κορίτσια να ψάχνουν μέσα στην νύχτα. Καλό σημάδι! Δυστυχώς όμως εκείνο το βράδυ αντί να την «πέσει» ο Κώστας στην Ειρήνη, που θα ήταν το ζητούμενο, της «την έπεσε» ο συγκάτοικος του!
Και ο Κώστας, κλειστός και ψύχραιμος, όπως πάντα, αντί να του κάνει νόημα να κάνει στην μπάντα, άφησε το θέμα στην τύχη του, να δει πως θα εξελιχθεί.
Φυσικά, η Ειρήνη, στον άλλον ούτε που έριξε ματιά, και επειδή την έπαιρνε και τηλέφωνο, σε κάποια φάση δεν το σήκωσε και πήρε τον Κώστα, να τον ρωτήσει αν το σταθερό από το οποίο έβρισκε κλήσεις ήταν το δικό του.
Να τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι ο άλλος μπαίνει γερά, μήπως και κάνει κάτι, αλλά τίποτα!
Μέσα στα χρόνια αυτό το λάθος timing συνεχίστηκε. Πότε δεν ξαναβρέθηκαν προγραμματισμένα. Και συνήθως όταν βρισκόταν ο ένας από τους δύο ήταν λίγο πιο απόμακρος, γιατί είχε κάποιον στην ζωή του.

Σχεδόν πάντα συναντιόταν χωρίς συνεννόηση, τυχαία & για λίγο. Όταν η Ειρήνη πήγαινε στο μαγαζί που δούλευε ο Κώστας πάντα τον ειδοποιούσε, με όποιον και αν πήγαινε εκεί (υποψήφιο γκόμενο ή φίλους- γιατί η ζωή προχωράει) του έλεγε που κάθεται και αυτός ερχόταν να την βρει. Καθόταν για λίγο μαζί της, τα λέγανε όσο μπορούσε και πήγαινε στην δουλειά του.
Ανταλλάζανε μερικά μηνύματα και αναπάντητες αραιά και που. Όταν βρισκόταν εκτός δουλειάς, ο Κώστας πάντα πήγαινε να καθίσει στο τραπέζι της για λίγο ή την φώναζε να καθίσει στο δικό του. Οι φίλες της ήξεραν, οι γκόμενοι απορούσαν, ποιος είναι αυτός που όταν εμφανίζεται μονοπωλεί το ενδιαφέρον της Ειρήνης. Αλλά επειδή η παρουσία του ήταν πάντα σύντομη & διακριτική δεν γινόταν θέμα...Αν και μετά η Ειρήνη ήταν πάντα λίγο πιο κλειστή απ’ ότι πριν.
Την πρόσεχε, την προστάτευε , την καλούσε αν κάπου πήγαινε μετά με τους φίλους του. Καμιά φορά νευρίαζε επειδή την έβρισκε παράτολμη, για το πώς μπαίνει απερίσκεπτα σε λάθος αυτοκίνητα με λάθος ανθρώπους και την έπαιρνε μαζί με τις φίλες της στο δικό του για τις πάει σπίτι ασφαλείς.
Ωστόσο, ποτέ δεν την άγγιξε, ποτέ δεν της έδειξε κάτι παραπάνω από συμπάθεια. Όταν η παρέα του μπλέκονταν με την δική της, πάντα βρισκόταν κάποιος φίλος του να της την πέσει, αλλά αυτός δεν έκανε απολύτως τίποτα. Απλά καθόταν στην άκρη και παρακολουθούσε.
«Καλή ρε φίλε η μικρή!»
«Πολύ καλή, αλλά μικρή ρε φίλε! Μη σου πω και πολύ καλή για τα μούτρα σου!»
Είχε καταλάβει σίγουρα ότι η Ειρήνη ενδιαφερόταν, αλλά για κάποιο λόγο δεν την διεκδίκησε ποτέ. Το αντίθετο μάλιστα. Ίσως γιατί από ένα σημείο και μετά ήξερε ότι αυτή δεν θα ενδώσει.
Άλλαζε ρόλους...
Άλλες φορές ήταν ο αυστηρός μεγάλος αδερφός, άλλες ο άνετος φίλος και άλλες ο απόμακρος γοητευτικός άγνωστος.
Όταν καταλάβαινε ότι κάποιος ενδιαφέρεται, πήγαινε λίγο παράμερα και περίμενε να δει αν η Ειρήνη θα τον ακολουθήσει ή θα συνεχίσει την συζήτηση με τον άλλον.
Και η Ειρήνη συνήθως ξέκοβε λίγο από τον άλλον και στεκόταν στην μέση, ούτε κοντά του, ούτε μακριά του.
Άλλωστε, όπως έλεγε και η ίδια, αν ήθελε να κάνει σχέση με κάποιον, όσο τέλειος και να ήταν, δεν θα ήταν φίλος του Κώστα! Δεν υπήρχε περίπτωση εξαντλήσει και την τελευταία ελπίδα που πάντα κρατούσε μέσα της.
Όπως επίσης και αυτός ποτέ δεν έριξε βλέμμα σε καμιά φίλη της. Ακόμα και κοπέλες που δεν περνούσαν ποτέ απαρατήρητες.
Η Ειρήνη από την άλλη, που στην πορεία μεγάλωσε, δούλευε νύχτα και αυτή, έμενε μόνη της ως φοιτήτρια (με την κολλητή της για την ακρίβεια) και αισθανόταν σχεδόν ίση, είχε κάνει συζητήσεις, ακόμα και σχέση με αγόρια ακόμα και μεγαλύτερα από τον Κώστα, έγινε λίγο πιο άνετη, λίγο πιο γυναίκα, είχε πλέον πιο πολλά να πει, αλλά ποτέ δεν καταλάβαινε τα μηνύματα που της έστελνε. Φοβόταν να πιστέψει ότι την βλέπει σαν κάτι παραπάνω από μια καλή γνωστή.
Δεν του είπε τίποτα, δεν έκανε τίποτα, άλλες φορές από αμηχανία και άλλες από δειλία.
Στην ζωή του ο καθένας προχωρούσε βέβαια...
Χάνονταν, αλλά ξαναβρισκόταν πάντα τυχαία.
Για κάποιο διάστημα, σχεδόν ένα εξάμηνο, χάθηκαν σχεδόν τελείως. Μόνο μερικά ανούσια μηνύματα υπήρξαν. Η Ειρήνη σε συζητήσεις με την κολλητή της, που στο μεταξύ τον είχε γνωρίσει και αυτή για τα καλά,, μιας και ήταν πάντα παρούσα στις εξόδους και στις συναντήσεις τους, αναφερόταν στον Κώστα.

«Τι να κάνει αυτό το παιδί; Θυμάσαι τότε που...»
«Έλα μωρέ τι
ανησυχείς; Είναι που έχουμε καιρό να κυκλοφορήσουμε όπως παλιά... Μόλις
αρχίσουμε τα νυχτοπερπατήματα θα τον ξανασυναντήσεις, θα πάρεις την
δόση σου!»
Η Ειρήνη πήγε μετά από λίγες μέρες στο μαγαζί που
δούλευε. Του έστειλε μήνυμα, αλλά η αναφορά δεν ήρθε. Ρώτησε κάποιους
από το μαγαζί, αλλά δεν τον ήξερε κανείς. Πρώτη φορά συνέβαινε αυτό.
Τρελάθηκε.
Την επόμενη μέρα το πρωί ο Κώστας της απάντησε ότι δεν
δουλεύει πλέον νύχτα, ότι κουράστηκε και πέρασε μόνιμος στρατιωτικός
και μετακόμισε σε μία πόλη 200 χλμ. μακριά....
Η Ειρήνη έχασε την γη
κάτω από τα πόδια της. Πότε έγιναν όλα αυτά; Και τι θα γίνει τώρα;
Μέχρι σήμερα ζούσε με την ελπίδα ότι θα τον συναντήσει κάπου, τυχαία
όπως πάντα. Μέσα στα τόσα χρόνια είχε συνηθίσει. Παρά το γεγονός ότι ο
Κώστας έρχεται συχνά στην πόλη, δεδομένου ότι όλοι οι φίλοι του και τα
στέκια του ήταν εκεί, η Ειρήνη κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα α πέσει
αυλαία.
Σκεφτόταν ότι ίσως και καλύτερα έτσι. Γιατί τόσα χρόνια, όπου και να πήγαινε, τον συναντούσε και τον σκεφτόταν για μέρες μετά.
Με
όποιον σύντροφο και αν έβγαινε, ακόμα και αν μέχρι τελευταία στιγμή
πίστευε ότι είναι μια χαρά και το απωθημένο της με τον Κώστα το είχε
ξεπεράσει, μόλις αντίκριζε την φιγούρα του να πλησιάζει, ο άλλος, ο
κάθε άλλος, έμοιαζε λίγος και δεν αργούσε να έρθει το τέλος του απ’ την
ζωή της.
Την έκανε κάθε φορά να νοιώθει ότι είναι με κάποιον, απλά και μόνο γιατί δεν μπορεί να είναι μαζί του.
Και
αυτός κάθε φορά που έβλεπε αγόρια στην παρέα της, ποτέ δεν τους
μιλούσε, τους χαιρετούσε με χαμηλωμένο βλέμμα λες και τους έκρυβε κάτι.

Παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσε να είναι σίγουρος υποψιαζόταν ότι
κάποιος από αυτούς μπορεί να είναι παραπάνω από φίλος και κρατούσε
αποστάσεις. Άλλωστε παρά το γεγονός ότι στην δουλειά δεν εμφάνιζε καμία
και έξω τον συναντούσες πάντα με φίλους, η Ειρήνη τις μισές από τις
φορές που τον συνάντησε στην ζωή της, ένοιωθε σίγουρη πως κάτι υπήρχε
στην ζωή του.
Τώρα όμως όλα τελείωσαν. Η Ειρήνη το πήρε απόφαση.
Γνώρισε
κάποιον και έκανε σχέση, αυτήν την φορά χωρίς τον φόβο ότι θα
συναντήσει κάπου τον Κώστα και θα την κάνει να νοιώσει ότι είναι με
λάθος άνθρωπο.
Ο Κώστας από την άλλη είχε κάνει πολλές εφήμερες
σχέσεις. Δούλευε στο δημόσιο και είχε ηρεμήσει γενικώς από την νύχτα.
Ωστόσο, που& που ερχόταν στην πόλη και θυμόταν την φοιτητική του
ζωή, στην αγαπημένη του πόλη.
Καμιά φορά κοιτούσε ερευνητικά γύρω μήπως και ξεπροβάλει καμιά γνωστή φυσιογνωμία, αλλά τίποτα.
Ωστόσο, και χωρίς το φάντασμα του Κώστα κάποιες σχέσεις δε είναι γραφτό να προοδέψουν.
Η
σχέση της Ειρήνης κράτησε πολύ καιρό όμως και έτσι όταν η Ειρήνη
χώρισε, σκεφτόταν μόνο να περνάει καλά μόνη της, με την κολλητή της και
να θυμηθεί την εργένικη ζωή της.
Η Ειρήνη εν τω μεταξύ είχε φτάσει στο πτυχίο. Γυναίκα ολόκληρη πλέον.

Η μοιραία συνάντηση
Ένα βράδυ μετά από καιρό αποφάσισαν με την κολλητή της να την αράξουν σπίτι και να δούνε ταινία.
Όμως κατά τα μεσάνυχτα, αποφάσισαν ότι ήθελαν κάτι πιο έντονο για το βράδυ τους.
Ήταν
Πέμπτη βράδυ και για κάθε φοιτητή που σέβεται τον εαυτό του η Πέμπτη
είναι η καλύτερη μέρα της εβδομάδας για μπουζούκια. Και έπειτα σε λίγο
καιρό έπρεπε να πουν «αντίο» στην φοιτητική τους ζωή. Η ορκωμοσία ήταν
μερικές εβδομάδες μακριά.
Ετοιμάστηκαν βιαστικά και λίγο πριν
μπούνε στο ταξί έριξαν κλήρο, σε ποία από τις δύο μεγάλες φίρμες που
ήταν στην πόλη θα πάνε.
Ο κλήρος έπεσε στον αγαπημένο τραγουδιστή της Ειρήνης.
Φτάσανε στο μαγαζί γύρω στην 1:30 και όπως ήταν αναμενόμενο δεν είχε πουθενά αλλού να καθίσουν παρά μονάχα στο μπαρ.
Σημειωτέον ότι η Ειρήνη για μια ακόμη φορά δεν φορούσε τα γυαλιά της.
«Ειρήνη. κάνει πλάκα να εμφανιστεί ο Κώστας από πουθενά ...»
«Άσε με και εσύ! Τι δουλεία έχει εδώ! Αυτός δεν τον συμπαθεί καν τον τραγουδιστή. Τώρα είναι αλλού. Που τον θυμήθηκες ;»
«Γιατί Ειρήνη, εσύ τον ξέχασες;»
«Μπορούσα να κάνω και αλλιώς;»
Καμιά
ώρα μετά σηκώνονται τρία παλικάρια από ένα μεγάλο τραπέζι στο κέντρο
του μαγαζιού. Η κολλητή της Ειρήνης καρφώνει το βλέμμα και νοιώθει το
στόμα της να μένει ανοιχτό.
Η Ειρήνη την σκουντάει. «Τι έπαθες καλέ;». Δεν βλέπει μέχρι εκεί.
«Ειρήνη! Ο Κώστας!»
«Τι; Που; Με δουλεύεις!»
«Ειρήνη ο Κώστας μόλις σηκώθηκε από ένα τραπέζι! Να εκεί βλέπεις! Αλλά τι λέω που να δεις!»
«Τι;;;» Μένει και η Ειρήνη με το στόμα ανοιχτό. Δεν είναι δυνατόν!
Ξαφνικά η κολλητή της, της ρίχνει μία δυνατή σκουντιά!
«Κουνήσου παιδάκι μου δεν βλέπεις; Πάει προς την έξοδο! Φεύγει! Κάνε κάτι!»
«Και τι να κάνω να τρέξω από πίσω του;» - Σύγκρουση εγωισμού και λαχτάρας!
«Δεν ξέρω! Βγες έξω! Θα σε πάρω τηλ. και θα κάνεις βγήκες να μιλήσεις γιατί δεν άκουγες»
Η
Ειρήνη αφού είχε έτοιμο άλλοθι έτρεξε κυριολεκτικά στην πόρτα και ένα
βήμα πριν βρεθεί μπροστά του έκοψε ταχύτητα και έκανε πως περπατάει
άνετα και μιλάει στο κινητό. Είπε τόσο δυνατά το «παρακαλώ» που μόνο ο
τραγουδιστής στην πίστα δεν την άκουσε! 
Ο Κώστας όπως ήταν φυσικό
την είδε μπροστά του και έπαθε σοκ. Όχι μόνο που την είδε, αλλά και από
το πώς την είδε. Για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια είδε μπροστά του
μία γυναίκα, στην θέση ενός κοριτσιού.
Η Ειρήνη έκλεισε βιαστικά
το τηλ., λέγοντας ότι θα τον πάρει μετά... (και καλά!) και αφιέρωσε όλη
την προσοχή της στον Κώστα, ο οποίος δεν είχε αλλάξει καθόλου.
«Τι κάνεις εσύ εδώ μικρή;»
«Εγώ τι κάνω εδώ; Εσύ έχεις αλλάξει έδρα! Και σε αυτόν τον τραγουδιστή! Αυτό αν δεν το έβλεπα δεν θα το πίστευα!»
«Οι
παλιές αγάπες δεν ξεχνιούνται! Όσο για την επιλογή, η παρέα! Παλιοί
συνάδελφοι, ξενύχτηδες και αυτοί σαν εμάς. Δεν ήθελα να τους χαλάσω το
χατίρι.»
«Τέρμα για απόψε; Έφευγες;»
«Ναι! Δηλ. όχι! Πάω να χαιρετήσω τα παιδιά που φεύγουν και θα ξαναγυρίσω.»
Πρώτη φορά που ο ψύχραιμος Κώστας έδειχνε ένα σημάδι αμηχανίας.
«Με ποιον είσαι εδώ; Που κάθεσαι;»
«Με την κολλητή μου όπως πάντα! Στο μπαρ καθόμαστε.»
«Καλά λοιπόν, πάω να χαιρετήσω και θα έρθω να σας βρω! Καιρό έχω να το δω και αυτό το κορίτσι» - και καλά!
«Εντάξει, σε περιμένουμε!»
Η
Ειρήνη ένοιωσε για πρώτη φορά ότι ο Κώστας την είδε σαν γυναίκα, του
προκάλεσε αμηχανία, τον έκανε να αλλάξει το πλάνο του για το βράδυ μόνο
& μόνο για περάσει λίγες ώρες μαζί της.
Επέστρεψε στην θέση
της στο μπαρ με ύφος θριαμβευτή και ενημέρωσε την φίλη της ότι σε λίγο
έρχεται και ο Κώστας στην παρέα τους, γεγονός που δεν προκάλεσε καμία
έκπληξη.
Εν τω μεταξύ η κολλητή της είχε γνωρίσει τον μπάρμαν, που
την είδε μόνη της και της έπιασε την κουβέντα. Την ώρα που ο Κώστας
έμπαινε στο μαγαζί, τους πέτυχε να πίνουν σφηνάκια...
Πήγε πίσω από
την Ειρήνη, της έπιασε το χέρι και την ανάγκασε να κάνει 180ο στροφή,
με αποτέλεσμα να γυρίσει την πλάτη της στο μπαρ.
Αυτό και αν ήταν είδηση: Ο Κώστας διεκδικεί!

Το πρόγραμμα τελείωσε πριν καν το καταλάβουν, και λίγο πριν αναχωρήσουν από το μαγαζί ο Κώστας πρότεινε να συνεχίσουν κάπου αλλού.
Για λίγα λεπτά επέστρεψε στο τραπέζι που καθόταν προηγουμένως για να συνεννοηθεί με τον φίλο που θα τον φιλοξενούσε το βράδυ, πιθανότατα γιατί είχε σκοπό να αργήσει πολύ (ή να μην πάει καθόλου).
Και μετά έφυγαν και οι 4, μαζί με τον μπάρμαν, που εν τω μεταξύ είχε σχολάσει, για ένα after.
Μιλούσαν με ενθουσιασμό, σαν φίλοι που είχαν να βρεθούν καιρό. Κανείς όμως δεν έλεγε αυτό που σκεφτόταν.
Οι άλλοι δύο όμως ξαφνικά δεν υπήρχαν... Η Ειρήνη του μίλησε εν συντομία για την αποτυχημένη σχέση της που την είχε κάνει να αλλάξει ζωή, που σε λίγο καιρό ξενοικιάζει και φεύγει για μεταπτυχιακό, την νυχτερινή δουλειά που άφησε και φυσικά το πτυχίο που πλησιάζει.
Ο Κώστας της μίλησε για την ζωή του στην νέα του πόλη, την ήσυχη δουλειά του, την σχεδόν ανιαρή καθημερινότητα του, σε μία πόλη πολύ μικρότερη από αυτή που ζούσαν και ήταν σαν να μην είχε περάσει ούτε μία μέρα από την τελευταία φορά που είχαν βρεθεί, και την ίδια στιγμή σαν να είχε περάσει μια ζωή ολόκληρη.
Η Ειρήνη έμαθε πως ο Κώστας είχε έρθει στην πόλη με αναρρωτική άδεια για να δει έναν γιατρό επειδή είχε κτυπήσει το πόδι του.
Την επόμενη μέρα το μεσημέρι, μετά το ραντεβού του με τον γιατρό θα έφευγε και πάλι.
«Α φεύγεις αύριο..»ήταν το μόνο που μπόρεσε να πει με περισσή απογοήτευση, που όσο και αν προσπάθησε να κρύψει δεν κατάφερε, και χαμήλωσε τα μάτια.
Ο Κώστας χαμογέλασε πλατιά, της σήκωσε το πιγούνι, την κοίταξε στα μάτια και ακούμπησε απλά τα χείλη του στα χείλη της...
Η Ειρήνη για μια στιγμή νόμιζε πως ονειρευόταν, πάγωσε και μετά έκλεισε τα μάτια και ένοιωσε να αφήνεται στην αγκαλιά του. Οι ώρες περνούσαν και κανείς δεν τους ενόχλησε , ή τουλάχιστον δεν το κατάλαβαν. Από τα παράθυρα του μαγαζιού άρχισε να φαίνεται ο ήλιος.
Και αυτοί στην ίδια θέση αγκαλιά, φιλιόταν και αγγίζονταν σαν ήταν μόνοι τους στον κόσμο.
Σε κάποια στιγμή ο Κώστας κοίταξε το ρολόι του. Η ώρα είχε πάει 8 το πρωί. Κοίταξαν γύρω και αντιλήφθηκαν ότι το μαγαζί είχε αδειάσει. Ακόμα και η παρέα είχε φύγει.
Ο Κώστας ανακοίνωσε στην Ειρήνη, ότι πρέπει να πάει από το σπίτι, να πάρει τις εξετάσεις και να πάει στον γιατρό.
Η Ειρήνη έσκυψε και πάλι το κεφάλι.
Βγήκαν από το μαγαζί χέρι- χέρι και περπατώντας βρέθηκαν στο σπίτι, και μετά βρέθηκαν στην πόρτα του γιατρού και έπειτα στο αυτοκίνητο με κατεύθυνση το σπίτι του Κώστα, 250χλμ. μακριά....
Η Ειρήνη ειδοποίησε την κολλητή της ότι δεν θα επιστρέψει το βράδυ στο σπίτι.
Το μόνο που της είπε ήταν «Δεν νομίζω πως θα επιστρέψεις ποτέ! Να το χαρείς και να προσέχεις»
Η Ειρήνη έμεινε στο σπίτι του Κώστα, τρεις μέρες και τρεις νύχτες, της πήρε μερικά ρούχα και εσώρουχα γιατί έφυγε με τα ρούχα που φορούσε.
Έκαναν έρωτα με κάθε ευκαιρία, έβγαιναν έξω, έπιναν, γελούσαν, πήγαιναν για ψώνια, για φαγητό, σινεμά, για χορό και μιλούσαν, δεν σταματούσαν να μιλούν, για το πρώτο βράδυ, για την άλλη φορά , για το τι σκεφτόταν ο καθένας κάθε φορά που βρισκόταν κ.ο.κ.
Για τρία ολόκληρα  24ωρα δεν κοιμήθηκαν σχεδόν καθόλου. Σαν να προσπαθούσαν να χωρέσουν πέντε ολόκληρα χρόνια σε τρεις μόνο μέρες.
Ο Κώστας σε κάποια φάση άκουσε τον εαυτό του να της λέει ότι νομίζει πως την ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή που την είδε.
Και όταν η Ειρήνη τον ρώτησε γιατί, τόσα χρόνια την άφηνε να ψήνεται, ενώ ένοιώθε έτσι και σίγουρα είχε καταλάβει πως ένοιωθε και αυτή, της απάντησε ότι φοβόταν.
Με την νυχτερινή δουλειά και την ζωή που έκανε, φοβόταν να την αγγίξει, φοβόταν πως αν την αγγίξει θα την καταστρέψει.
Του άρεσε τόσο πολύ ο τρόπος που τον κοιτούσε, που φοβόταν πως δεν ήταν αρκετά καλός για το αξίζει, και σύντομα αν την πλησίαζε παραπάνω, δεν θα ήθελε καν να τον βλέπει.
Δεν της είπε όμως ποτέ «Σ΄αγαπώ». Ούτε και η Ειρήνη.
Η άδεια του Κώστα τελείωσε μετά από τρεις μέρες. Το πρωί της τέταρτης μέρας η Ειρήνη, άνοιξε τα μάτια και βρήκε τον Κώστα κάθεται σε μία καρέκλα και να την χαζεύει με ένα αφηρημένο χαμόγελο, ντυμένος και χτενισμένος.  Της ανακοίνωσε ότι ήταν Δευτέρα και έπρεπε να πάει στη δουλειά. Την φίλησε και την άφησε να χουζουρεύει στο κρεβάτι, με την υπόσχεση θα έρθει όσο πιο νωρίς γίνεται. 
Και όντως γύρισε μετά από τρεις ώρες. Είπε μερικά ψέματα και έφυγε. Άλλωστε δεν μπορούσε να δουλέψει.
Ανέβηκε χαρούμενος την σκάλα, άνοιξε την πόρτα και έτρεξε στο κρεβάτι με την ελπίδα ότι η Ειρήνη θα είναι ακόμα εκεί.


Δεν ήταν όμως. Ούτε και πουθενά αλλού ήταν.
Είχε αφήσει τα ρούχα που της είχε αγοράσει, είχε βάλει τα ρούχα με τα οποία ήρθε και είχε φύγει.
Στο τραπέζι είχε αφήσει ένα σημείωμα:
«Άσε με να θυμάμαι αυτές τις μέρες αυτές σαν ένα όνειρο. Το πιο υπέροχο όνειρο που έζησα ποτέ. Έτσι θέλω και εσύ να με θυμάσαι. Όλα τα όνειρα τελειώνουν όμως κάποτε.
 Μην με μισήσεις που φεύγω. Δεν φεύγω γιατί δεν σε ερωτεύτηκα. Φεύγω γιατί σ΄ ερωτεύτηκα πολύ.
Μην με ακολουθήσεις. Κράτα μόνο τα στιγμές αυτές, σαν καταφύγιο όταν πονάς. Σε λίγο καιρό θα αρχίσεις και να αμφιβάλεις αν όλα αυτά έγιναν στα αλήθεια ή τα φαντάστηκες. Αλλά εγώ θα κουρνιάζω στην αγκαλιά σου κάθε φορά που κλείνεις τα μάτια σου να κοιμηθείς. Σ’ αγαπώ»
Ο Κώστας κάθισε σε ότι βρήκε μπροστά του και έμεινε εκεί για ώρες , με το σημείωμα να κρέμεται στα χέρια του, να διαβάζει & να ξαναδιαβάζει τα λόγια της και να κοιτάζει σαν χαμένος τον τοίχο απέναντι του.
Ο Κώστας δεν έμαθε ποτέ γιατί έφυγε η Ειρήνη.
Στον κολλητό του έλεγε ότι δεν μπορεί να καταλάβει πως την πάτησε έτσι, ότι νόμιζε πως την ήξερε καλύτερα, ότι αυτό που έζησαν ήταν δυνατό, ότι ένοιωθε και αυτή έτσι.
Αυτός ως γνήσιος άντρας του απάντησε πως το μυαλό μιας γυναίκας είναι άβυσσος, πως μπορεί να τα έκανε όλα για να τον εκδικηθεί για τα τόσα χρόνια που την είχε στην αναμονή και χίλια δύο άλλα σενάρια, με ένα συμπέρασμα:
«πάψε να μιλάς σαν γυναικούλα και κοίτα να σταθείς στα πόδια σου! Πάψε να την σκέφτεσαι! Σιγά! Μία περιπέτεια με χρονοκαθυστέρηση 5 ετών ήταν και τελείωσε! Πάμε για άλλα»
Ο Κώστας δεν μπορούσε να πιστέψει κανένα από τα πιθανά σενάρια, αλλά παρόλα αυτά δεν πήρε ποτέ την Ειρήνη τηλέφωνο να την ρωτήσει γιατί έφυγε. Ήταν τόσο πληγωμένος και σοκαρισμένος που δεν το σκέφτηκε καν.
Η Ειρήνη ήξερε ότι ο Κώστας δεν θα την συγχωρέσει ποτέ.

Αυτό που κανείς δεν ήξερε ήταν ότι είχε έρθει ένας courier με την έγκριση της μετάθεσης του σε μια Νατοϊκή βάση κάπου στον κόσμο.
Την αίτηση την είχε κάνει ο Κώστας μήνες πριν και όπως σε κάποια από τις πολύωρες συζητήσεις τους της είχε πει, όποιος καταφέρνει να πάει εκεί μένει για 5 χρόνια και εξασφαλίζεται για μία ζωή. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι πας μόνος , αλλά είχε απάντηση και γι’ αυτό:
«Για ένα μοναχικό σκυλί σαν εμένα, αυτό δεν ήταν πρόβλημα! Έτσι έλεγα τότε δηλ. Αν με ρωτούσες τώρα θα έπαιρνες άλλη απάντηση....»
« Δηλ. τώρα τι θα έκανες;»
«Φυσικά και δεν θα πήγαινα. Τώρα υπάρχεις εσύ. Τόσα χρόνια κάναμε να βρεθούμε! Δεν θα χαθούμε τώρα  για άλλα τόσα!»
«Μα, εσύ έλεγες ότι είναι ότι καλύτερο μπορεί να σου συμβεί...»
«Το καλύτερο που μπορούσε να μου συμβεί, μου συμβαίνει ήδη. Άλλωστε, δεν υπάρχει λόγος να προβληματίζεσαι... Δεν υπάρχει περίπτωση να με πάρουν.»
Η Ειρήνη παρέλαβε τον φάκελο, είδε τα διακριτικά και το πρώτο πράγμα που θυμήθηκε ήταν η συζήτηση τους.
Τον άνοιξε προσεκτικά και μόλις διάβασε το περιεχόμενο του ξέσπασε σε κλάματα.
Έπειτα μάζεψε τα κομμάτια της και τον φάκελο, τον ξανάκλεισε προσεκτικά και μετά 10 μέρες  φρόντισε να πάει σε ένα γραφείο courier και να του τον ξαναστείλει με στοιχεία αποστολέα την Διεύθυνση και του όνομα του υπεύθυνου για τις μεταθέσεις, τα οποία είχε φροντίσει να μάθει....
Το μόνο πράγμα που είπε στην κολλητή της γυρίζοντας στο σπίτι σε άθλια κατάσταση ήταν :
«Γύρισα.»και εκείνη έκπληκτη απάντησε «Γιατί; Τι έγινε;»
Η Ειρήνη χαμογέλασε πικρά και απάντησε :
«Υπήρχε περίπτωση να κρατήσει για πάντα;» και πήγε στο κρεβάτι της να ξαπλώσει.
Σηκώθηκε πολλές μέρες μετά και πήρε την απόφαση να ζήσει για πάντα χωρίς τον Κώστα. Έστειλε το γράμμα και επισκέφθηκε για λίγες μέρες το πατρικό της, μήπως και απομακρύνει την σκέψη της από εκείνον.
Ήταν χαζό να πιστεύει ότι θα μπορούσαν να έχουν αίσιο τέλος. Αυτό έλεγε στον εαυτό της. Ακόμα και αν δεν γινόταν αυτό, θα γινόταν κάτι άλλο.
Πχ. Το μεταπτυχιακό στην Αγγλία , καμιά μετάθεση σε άλλη πόλη ακόμα πιο μακριά, κάποια πρώην του με κανένα μωρό. Δεν μπορεί, κάτι θα γινόταν!
Ήξερε από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε ότι ακόμα και αν προσπερνούσαν τα πάντα, είχαν το χειρότερο timing και αυτό δεν το ξεπέρασαν ποτέ!
Η τύχη απλά έπαιζε μαζί τους.
Τους ένωνε απλά και μόνο για να τους χωρίσει.

Η Ειρήνη αφού έκανε μερικές μέρες να συνέλθει, ανακάλυψε ότι η καλύτερη λύση είναι η εργασιοθεραπεία.
Το έριξε στο διάβασμα και έφτασε στο πτυχίο της, όπως ήταν προγραμματισμένο.
Τον Σεπτέμβρη που ακολούθησε ήδη ετοίμαζε τα πράγματα της για Λονδίνο.
Στην επίμονες ερωτήσεις της κολλητής της σχετικά με το τι έγινε με τον Κώστα που την έκανε να φύγει, προφανώς για πάντα, έκανε ότι μπορούσε για να μην απαντήσει. Φοβόταν μήπως της απαντούσε ότι έκανε λάθος, ότι έπρεπε να είχε μείνει, να παλέψει, να προσπαθήσει.
Όμως είχε τόσο κουραστεί να προσπαθεί.
Να προσπαθεί να τον δει, να προσπαθεί να κερδίσει την προσοχή του, τον χρόνο του, να προσπαθεί να του αποδείξει πόσο ωρίμασε, να κερδίσει την εκτίμηση του, το χαμόγελο του, το άγγιγμα του ... Τα πάντα ήταν πάντα δύσκολα. Απαιτούσαν πολλή υπομονή και προσπάθεια. Γιατί να είναι όλα τόσο δύσκολα;
Κάποια στιγμή η κολλητή της όμως ξέσπασε :

«Άκου να σου πω! Τόσα χρόνια είμαι δίπλα σου. Σε συνοδεύω στις
εξόδους μας και κάθομαι διακριτικά στην άκρη όταν εμφανίζεται ο Κώστας,
σε ακούω να μου μιλάς για αυτόν, να κλαις, να ανησυχείς, να χαίρεσαι,
να παραπονιέσαι, να ονειρεύεσαι. Όλα γύρω από αυτόν. Άμεσα ή έμμεσα!
Εκείνο το βράδυ και εγώ ένοιωσα την ανακούφιση και την ικανοποίηση που
ένοιωσες και εσύ! Τόσα χρόνια, λέω, υπομονή δεν πήγαν χαμένα. Τα όνειρα
μπορούν να πραγματοποιηθούν. Τα παραμύθια μπορούν να έχουν καλό τέλος.
Και σας ονειρεύτηκα μαζί. Να με φιλοξενείτε στο υπέροχο εξοχικό σας
στην θάλασσα, με τα τρία παιδιά και τον μαλλιαρό σας σκύλο, στο επίτιμο
δωμάτιο που μου έχετε ετοιμάσει.»
Η Ειρήνη χαμογέλασε πικρά. Τις
φαινόταν τόσο όμορφες, αλλά και τόσο μακρινές αυτές οι σκέψεις, που και
η ίδια έκανε όσο την κρατούσε ο Κώστας αγκαλιά....
«Απαιτώ να ξέρω!
Είναι το λιγότερο που μου οφείλεις! Δεν μπορεί την μια στιγμή να
χάνεσαι ευτυχισμένη στο ηλιοβασίλεμα και την άλλη να επιστρέφεις
κομμάτια, χωρίς κανένα προφανή λόγο και να κάνεις πως δεν συμβαίνει
τίποτα!»
Η Ειρήνη αναγκάστηκε να της πει τι έγινε.
Η κολλητή της δεν της είπε τίποτα. Τίποτα απολύτως. Μόνο την αγκάλιασε καθώς η Ειρήνη ξεδίπλωνε τις σκέψεις της.
Τον
πόνο και την απογοήτευση της καθώς έμπαινε στο ταξί. Όλα όσα
τριγυρνούσαν στο μυαλό της, για τα χρόνια που πέρασαν, για το σωστό
& το λάθος, την αναθεματισμένη την μοίρα που δεν τους ήθελε μαζί,
το πόσο είχε κουραστεί...
Και αφού την άφησε να ξεσπάσει, την πήρε να πάνε μια βόλτα και δεν ξαναμίλησε ποτέ για αυτό.

Ο Κώστας  10 μέρες μετά την αποχώρηση της Ειρήνης, έλαβε τον φάκελο
του τμήματος Μεταθέσεων, που έμοιαζε καινούργιος και θεώρησε την
μετάθεση, ως την χρυσή ευκαιρία να αλλάξει ζωή και ξεπεράσει το
παρελθόν. Ποτέ δεν του πέρασε από το μυαλό τι μπορεί να έχει συμβεί.
Αυτός ήταν ο σκοπός άλλωστε...
Μετακόμισε
και έζησε σε μία πρωτεύουσα της Ευρώπης. Στην αρχή σε κάθε βόλτα που
έκανε στην πόλη, νόμιζε ότι ξεπρόβαλε η Ειρήνη από στενό σε στενό. Έτσι
ήλπιζε μάλλον... Μετά από μερικούς μήνες όμως το ξεπέρασε και αυτό.
Βέβαια δεν ξέχασε ποτέ και ακόμα και χρόνια μετά αντιδρούσε παράξενα
στις μελαχρινές, όταν εμφανίζονταν απότομα, από κάποια στροφή.
Γνώριζε συνέχεια βέβαια κοπέλες.
Ειδικά
, στις μελαχρινές, αδύνατες με ανοιχτόχρωμα μάτια, και κλειστό
χαρακτήρα (όπως ήταν η Ειρήνη) , έκανε αμέσως την πρώτη κίνηση, σαν να
προσπαθούσε να προλάβει να μην ξανακάνει το ίδιο λάθος. Έζησε μόνος
όμως και δεν ξαναγύρισε ποτέ στην μικρή πόλη όπου ζούσε πριν και στο
σπίτι που έμειναν τις τρεις μέρες του ονείρου με την Ειρήνη, σαν να
ήταν στοιχειωμένα.
Την σκεφτόταν συνέχεια για μήνες. Ένοιωθε ότι δεν
μπορούσε να προχωρήσει χωρίς να ξέρει τι έχει συμβεί. Αυτό το τεράστιο
«Γιατί» είχε εγκατασταθεί στο μυαλό του και δεν είχε αφήσει χώρο για
τίποτε άλλο.
Δεδομένου λοιπόν ότι δεν μπορούσε, δεν τολμούσε και δεν άντεχε να πάρει την Ειρήνη τηλέφωνο, πήρε την κολλητή της.
Βέβαια, δεν του είπε τίποτα αλλά του έδωσε οδηγίες για το που βρίσκεται η Ειρήνη.
«Αν
θέλεις μπορώ να σου πω που είναι, για να πας και να έχεις την ευκαιρία
να την ρωτήσεις, αν είναι τόσο σημαντικό για σένα. Εγώ δεν θα της πω
τίποτα. Αν πας να την βρεις θα μου το πει αυτή»

Η Ειρήνη πλέον ζούσε στο Λονδίνο. Για πολλούς μήνες δεν έκανε τίποτα
άλλο παρά να κρατά το μυαλό της απασχολημένο, διάβασμα, προετοιμασίες,
σπίτια, έπιπλα, συγγενείς....
Και έπειτα πάλι διάβασμα, νέοι
γνωστοί, νέα ζωή. Απέφευγε να έρχεται στην Ελλάδα για αρκετούς μήνες
και όταν ερχόταν προτιμούσε να μένει σπίτι.
Ένα πρωί καθώς έβγαινε
από το στενό του σπιτιού της συνάντησε έναν πρώην φίλο της. Ο Γιάννης.
Καλό παιδί, αλλά άτυχο. Είχε πέσει σε εποχή που η Ειρήνη δεν είχε μυαλό
για κανέναν. Αυτός την ήθελε πολύ, αυτή ήταν στο κόσμο της. Τον χώρισε
μόνο και μόνο γιατί τον συμπαθούσε πολύ όπως του είπε και πίστευε ότι
μπορούσε να βρει κάποια που να νοιώθει το ίδιο όπως αυτός. Δεν της
κράτησε κακία όμως. Έβλεπε και ο ίδιος ότι δεν είχε νόημα. Και βρήκε
αυτό που έψαχνε. Μία κοπέλα όμορφη, έξυπνη, γλυκιά, που τον λατρεύει
και την παντρευόταν σε μερικούς μήνες. Είχαν έρθει για ένα σύντομο
ταξίδι μετά τον αρραβώνα τους.
Η Ειρήνη του είπε πόσο χαίρεται και
αυτός της πρότεινε να βρεθούνε να ένα καφέ όλοι μαζί να την γνωρίσει.
Και με την ευκαιρία να τους δείξει και λίγο την πόλη.
Και έτσι
έγινε. Την επόμενη μέρα την αφιέρωσε σε αυτούς. Ήταν άλλωστε το
λιγότερο που μπορούσε να κάνει για τον Γιάννη. Τους πήγε παντού, τους
χάζευε καθώς έβγαζαν φωτογραφίες χαμογελαστοί και ερωτευμένοι.
Στο
τέλος, με τον καιρό να πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο, τους πήγε σε
ένα εστιατόριο στο κέντρο, κοντά στο σπίτι της. Πολύ μικρό και
συμπαθητικό, με ιδιαίτερο χρώμα, παρά το γεγονός ότι ήταν σε απόλυτα
τουριστική περιοχή. Ίσως ήταν το μόνο στο οποίο δεν πήγαιναν τουρίστες.

Ο Κώστας ήταν ήδη στο Λονδίνο. Βέβαια δεν είχε ιδέα που ακριβώς
βρισκόταν η οδός που είχε στα χέρια του αλλά έψαχνε με πείσμα. Ακόμα
και όταν έπιασε βροχή. Κάποιος κύριος του είπε ότι ήταν πολύ κοντά με
αστεία προφορά. Στο επόμενο στενό δεξιά και ευθεία μπροστά από τα
μαγαζιά.

Η Ειρήνη είχε μείνει μόνη της με τον Γιάννη στο τραπέζι. Η
αρραβωνιαστικιά του είχε πήγε για λίγο στην τουαλέτα και ο Γιάννης
βρήκε ευκαιρία να μιλήσει για λίγο ιδιαιτέρως με την Ειρήνη. Της έπιασε
το χέρι και την ευχαρίστησε για την υπέροχη μέρα, τι ρώτησε πως της
φάνηκε η αρραβωνιαστικιά του. Φυσικά πήρε την έγκριση της Ειρήνης. Και
μετά ήρθαν τα δύσκολα
«Δεν λέω παραμένεις όμορφη όπως πάντα, αλλά μοιάζεις πολύ διαφορετική από την τελευταία φορά που είδα.»
«Μεγαλώσαμε Γιάννη! Τι νόμιζες; » το έριξε στην πλάκα, αν και καταλάβαινε πολύ καλά τι εννοούσε…
«Δεν εννοώ αυτό… Είσαι πιο ήρεμη , αλλά… μελαγχολική…Εσύ ήσουν έξω καρδιά. Τι έγινε;»
Η Ειρήνη έσκυψε το κεφάλι… «Τι να σου λέω τώρα… Πολλά!»
Της έσφιξε το χέρι, της σήκωσε το πιγούνι και την κοίταξε στα μάτια, με την ίδια αγάπη που την κοιτούσε πάντα.
«Σου
αξίζει να είσαι ευτυχισμένη, το έχεις καταλάβει αυτό; Εσύ είναι σαν
αποφεύγεις να είσαι ευτυχισμένη, λες και είναι κάτι κακό. Και τότε αυτό
έκανες…»
Η Ειρήνη πήγε να ξανασκύψει το κεφάλι και ο Γιάννης
μεταφέρθηκε στην καρέκλα δίπλα της και την πήρε αγκαλιά. Άρχισε να της
λέει βλακείες με σκοπό να της φτιάξει την διάθεση και τελικά τα
κατάφερε. Η Ειρήνη ξεκαρδίστηκε στα γέλια.
«Αυτό το χάρισμα το έχεις ακόμα βλέπω, του είπε και τον φίλησε στο μάγουλο»

Έξω από το τζάμι στεκόταν ο Κώστας. Εστίαζε το βλέμμα του μια στα
χέρια τους, μία στα μάτια του Γιάννη που την κοιτούσε γεμάτος αγάπη.
Χάζευε την Ειρήνη να γελάει και του κρατά το χέρι και μόλις αντιλήφθηκε
ότι σηκώνεται για να τον φιλήσει πριν προλάβει καν να δει το αθώο φιλί
στο μάγουλο, γύρισε απότομα την πλάτη και άρχισε να προχωρά προς την
αντίθετη κατεύθυνση.

Η Ειρήνη βέβαια δεν τον είδε καν.
Ακόμα και όταν τελείωσε το
μεταπτυχιακό, συνέχισε να μένει στο Λονδίνο. Μακριά από οτιδήποτε της
θύμιζε το παρελθόν, εξαλείφοντας το ενδεχόμενο οποιασδήποτε μοιραίας
συνάντησης.
Βρήκε μία καλή δουλειά, με ατέλειωτο ωράριο και καλά λεφτά.
Η
ζωή της είχε γίνει πλέον μόνο η δουλειά και οι φίλοι της παλιοί και
καινούργιοι που τους μάζευε συνήθως στο σπίτι της, προκειμένου να
μπορεί να καπνίζει, γιατί ειδικά στο Λονδίνο, τα πράγματα ήταν πολύ
δύσκολα για τους καπνιστές. 
Γνωριμίες έκανε πολλές. Άλλα ακόμα
και αν όπως έλεγε κάποιοι ήταν πολλοί καλοί, θα ήταν για λίγο. Και ήταν
όντως για λίγο. Απλά έκανε μια χάρη σε όσους της έλεγαν να δώσει μία
ευκαιρία. Μόνο που δεν έδινε καμία ευκαιρία ουσιαστικά. Δεν προσπαθούσε
καν. Δεν ήθελε να προσπαθήσει. Και μετά έλεγε:
«Όταν γνωρίζεις
έναν άνθρωπο που νοιώθεις ότι μπορείς και θέλεις να ζήσεις μαζί του τα
πάντα & για πάντα το ξέρεις από την αρχή, από το πρώτο βλέμμα.» 
Μόνο
που αυτό το βλέμμα δεν το βρήκε πουθενά. Όσον και αν κοίταξε τριγύρω,
και η ίδια και όλοι οι γνωστοί της, Έλληνες και αλλοδαποί, που
οργάνωναν να συναντά «τυχαία» γοητευτικούς γνωστούς τους, όταν έβγαιναν
για καφέ...
Η οικονομική κρίση όμως κτύπησε γερά το Λονδίνο. Η
εταιρία που δούλευε η Ειρήνη έκλεισε εν ριπή οφθαλμού, το ίδιο και
άλλες ανταγωνιστικές εταιρίες του κλάδου. Το κόστος ζωής ήταν πολύ
ακριβό, για έναν άνεργο, που όπως όλα έδειχναν θα παρέμενε άνεργος για
πολύ καιρό.
Η Ειρήνη μετά τις πιέσεις των γονιών και των φίλων
της, αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα, προκειμένου να εργαστεί εκεί.
Βέβαια, τα λεφτά θα ήταν σίγουρα λιγότερα και ο χώρος πολύ λιγότερο
ανταγωνιστικός αλλά όπως και να’χει θα ήταν κοντά στην οικογένεια της
και τους ανθρώπους που αγαπά.
Η αλήθεια ήταν ότι μετά από τόσα
χρόνια ασυνείδητης εργασιοθεραπείας ένοιωθε απίστευτα εξαντλημένη.
Θεώρησε έστω για λίγο θα ήταν σχεδόν σαν διακοπές. Τις διακοπές που
απέφευγε να κάνει σχεδόν μία πενταετία.
Και γύρισε. Με την
προϋπηρεσία και τις σπουδές της δεν θα ήταν τόσο δύσκολο να βρει
δουλειά, ειδικά από την στιγμή που ήταν διατεθειμένη να δεχθεί και με
τα μισά χρήματα απ’ όσα έπαιρνε στην Αγγλία.
Προτίμησε όμως να μην
στείλει πουθενά το βιογραφικό της για κανένα μήνα. Έκανε βόλτες,
κοιμόταν, ήπιε άπειρους  καφέδες με φίλους και γνωστούς, παλιούς
συμφοιτητές και πρώην προκειμένου να ξαναμπεί στο κλίμα της Ελλάδας και
της ζωής με την οποία είχε κόψει τόσο απότομα κάθε επαφή.
Άρχισε να βγαίνει και βράδυ. Δεν δούλευε κιόλας το πρωί και ενώ όλοι οι άλλοι κοιτούσαν το ρολόι, αυτή κοιτούσε το μπουκάλι.
Θυμήθηκε όπως έλεγε στην κολλητή της «Τον παλιό, κακό της εαυτό!»
Βέβαια
κάποια στιγμή, ενώ όλοι οι φίλοι της ήταν στα πρόθυρα να απολυθούν από
τις δουλειές τους, καθώς πήγαιναν συνεχώς με μαύρους κύκλους και
αναπνοή που θύμιζε κάβα, κουράστηκε.
Βρήκε μία δουλειά μέσω
κάποιου γνωστού (είμαστε στην Ελλάδα πλέον, είναι προφανές)  και πάλι
με αρκετές υπερωρίες αλλά και σχετικά επαρκή χρήματα για τα ελληνικά
δεδομένα,  και άρχισε να ψάχνει για σπίτι, γιατί μετά από τόσα χρόνια
ανεξαρτησία είναι λίγο δύσκολο να επιστρέψεις στο πατρικό.
Τελικά το να βρει δουλειά ήταν πολύ πιο εύκολο από το να βρει σπίτι, όπως αποδείχθηκε. 
Το
ένα ήταν υπόγειο, στο άλλο ο ιδιοκτήτης έμενε δίπλα και είχε πρόβλημα
με ότι κινείται και αναπνέει, ο άλλος ήταν αντικαπνιστής και δεν της το
έδινε όταν απάντησε υπερήφανα «Ναι» στην ερώτηση «Καπνίζετε;» , το ένα
δεν είχε θέρμανση, το άλλο δεν είχε βεράντα και το τρίτο δεν είχε
κουζίνα !!!
Σε κάποια στιγμή μέσα στην απελπισία της και ενώ είχε
βάλει ολόκληρο επιτελείο να ψάχνει στην διάρκεια του καφέ ένα σπίτι της
προκοπής, ακούγεται η φωνή της κολλητής της να λέει ναζιάρικα:
«πες μου ποιος είναι ο αγαπημένος άνθρωπος σε όλο τον πλανήτη.....»
«πες μου ότι βρήκες κάτι που να αξίζει την κλήση που θα κάνω και θα σου πω ότι θέλεις να ακούσεις!»
Της
πέταξε την εφημερίδα με κυκλωμένη μία αγγελία : Διαμέρισμα στον τρίτο,
πρόσφατα ανακαινισμένο, ευάερο, ευήλιο, σε ήσυχο στενό, 10 λεπτά με τα
πόδια από την δουλειά της, μερικώς επιπλωμένο, σε καλή περιοχή και με
λογική τιμή. Και ο ιδιοκτήτης ακουγόταν λογικός, βολικός, ευγενικός και
χωρίς παράλογες απαιτήσεις. Αυτό άξιζε κέρασμα.
Την επόμενη κιόλας
μέρα έκλεισε ραντεβού να πάει με την κολλητή της να το δει. Δώσανε
ραντεβού στην περιοχή και ενώ αναρωτιόταν που βρίσκεται αυτή η οδός,
συνειδητοποίησαν ότι αυτή η οδός κάτι τους θυμίζει, αλλά δεν έδωσαν
σημασία.
Ο ιδιοκτήτης προσφέρθηκε να δώσουν ραντεβού σε ένα
κοντινό κεντρικό σημείο για να μην ψάχνουν άδικα. Το στενό ήταν όλο και
όλο από το 1 έως το 10 και δεν το ήξερε κανείς. Φτάνοντας βέβαια όλοι
συνειδητοποιούσαν ότι έχουν περάσει αμέτρητες φορές.  Το ίδιο συνέβη
και με τα κορίτσια. Μόνο που στην δική τους περίπτωση το θέμα ήταν και
πότε το είχαν δει πρώτη φορά.
Η κολλητή της Ειρήνης γύρισε με
τρόμο και κοίταξε την Ειρήνη, συνειδητοποιώντας ότι πρόκειται για το
ίδιο στενό που βρισκόταν το φοιτητικό σπίτι του Κώστα. Που και τότε δεν
ήξεραν την οδό. Που και τότε είχε έρθει να τις πάρει για να μην
ψάχνουν.
Η Ειρήνη ωστόσο, ήταν απορροφημένη στην κουβέντα της με τον ιδιοκτήτη για κουφώματα και πλακάκια.
Προς
το παρόν και ευτυχώς! Μετά ακόμη μεγαλύτερου τρόμου όμως συνειδητοποιεί
ότι ο ιδιοκτήτης μπήκε και στην ίδια είσοδο πολυκατοικίας.
«Αποκλείεται» σκέφτεται «Δεν μπορεί!»
Η Ειρήνη βέβαια έχει φτάσει την συζήτηση στις βεράντες και τους γείτονες...
Την ίδια στιγμή η κολλητή της προσπαθεί να θυμηθεί σε ποιο όροφο έμενε ο Κώστας, ήταν δεύτερος ή τρίτος;
Την έχει λούσει κρύος ιδρώτας, την στιγμή που ακούει την Ειρήνη να λέει :
«Αυτό το κτίριο κάτι μου θυμίζει και το στενό... Έχετε δίκιο τελικά πρέπει να έχω περάσει πάρα πολλές φορές από εδώ»
Δεν
θυμάται σκέφτεται... Ήταν τόσο απασχολημένη να κοιτάζει τον Κώστα που
εκείνο το βράδυ δεν είχε προσέξει τίποτα άλλο. Απίστευτο!
Και όντως
η Ειρήνη δεν θυμόταν ακριβώς. Είχε την αίσθηση ότι το μέρος είναι
γνωστό, ένοιωθε οικεία και όμορφα, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς
γιατί νοιώθει έτσι.
Δεν πήραν το ασανσέρ. Ανέβηκαν με τα πόδια και
κάποια στιγμή η Ειρήνη κοντοστάθηκε κάπου μεταξύ δεύτερου & τρίτου
ορόφου. Θυμήθηκε.
Χαμογέλασε αχνά και δεν είπε τίποτα. Κατάλαβε γιατί όλη αυτή την ώρα η κολλητή της δεν μιλούσε και κοιτούσε το πάτωμα.
Το διαμέρισμα ήταν υπερβολικά καλό. Ευρύχωρο σαλόνι και κρεβατοκάμαρα, καινούργιο πάτωμα, κουφώματα και είδη υγιεινής.
«Μόλις το έφτιαξα» της είπε ο ιδιοκτήτης.
«Έχω
και το διαμέρισμα ακριβώς από κάτω, στον 2ο. Εκείνο το έχω λίγο πιο
παραμελημένο. Το δίνω συνήθως σε φοιτητές. Και εδώ πριν δηλαδή φοιτητές
μένανε... »
Η Ειρήνη χαμογέλασε «Αλήθεια;»του είπε με υπονοούμενο.
Βέβαια το υπονοούμενο δεν πήγαινε σε αυτόν... Η κολλητή της σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε.
«Σε καλό δρόμο είμαστε αφού χαμογελάει», σκέφτηκε και χαλάρωσε λίγο.
Ο ιδιοκτήτης συνέχισε «Αυτό όμως το έκανα καινούργιο. Σε γυναίκα ήθελα να το δώσω. Να το προσέχει.»
Και
συνέχισε να μιλάει για τοίχους, πατώματα, νιπτήρες, τζάμια και
εσώπορτες καθώς τους έδειχνε εξονυχιστικά κάθε δωμάτιο του σπιτιού.
Έπειτα κατέβηκε για λίγο κάτω, με διακριτικότητα για να τις αφήσει να το δούνε λίγο μόνες τους.
«Λέω να το πάρω...» είπε η Ειρήνη διστακτικά στην φίλη της.
«Θα
ήταν τρέλα να μην το πάρεις! Είναι τέλειο. Που θα βρεις άλλη τέτοια
ευκαιρία και σε τέτοια τιμή! Φοβόμουν πως δεν θα το θέλεις και είναι
κρίμα...»
«Ας έχω κι εγώ κάτι δικό του.. Δεν πειράζει!»
Αυτό
ήταν.. Σε δέκα μέρες είχε εγκατασταθεί κιόλας. Το πρώτο βράδυ κοιμήθηκε
παρέα με το φάντασμα του Κώστα βέβαια, όμως είχε και την κολλητή της
δίπλα να την κλωτσάει μέσα στον ύπνο της και έτσι αναγκαζόταν να
ξεφύγει από τις σκέψεις της.

Η αυγή του 2010
Το τέλος του 2009 βρίσκει την Ειρήνη να έχει
μετατρέψει το φοιτητικό διαμέρισμα του Κώστα σε μοντέρνα κατοικία,
νέας, ωραίας και ανεξάρτητης γυναίκας.
Να έχει ανακτήσει της δυνάμεις της και να έχει μπει στο ελληνικό κλίμα τρόπο ζωής.
Δούλευε λιγότερο, ξεκουραζόταν και έκανε βόλτες, ασχολούνταν με το σπίτι της και τον εαυτό της.
Ο
Κώστας είχε τελειώσει με την μετάθεση του, είχε μαζέψει αρκετά χρήματα,
(αυτός ήταν άλλωστε ο σκοπός) και αποφάσισε ότι έχει κουραστεί να
μετακομίζει δεξιά & αριστερά μόνος.
Το πτυχίο του το είχε,
χρήματα είχε αρκετά  και μπορούσε να βρει κάποια δουλειά για
συντηρείται ή να ανοίξει κάτι δικό του. Μόλις λοιπόν ήρθε η νέα του
μετάθεση, στην Λήμνο συγκεκριμένα, υπέβαλε και την παραίτηση του.
Δεν
ήξερε ακόμα τι θα κάνει, ήξερε μόνο ότι θέλει να γυρίσει στην Ελλάδα,
να εγκατασταθεί κάπου και να μην μετακινηθεί ξανά ποτέ. Να ηρεμήσει..
Η
μόνη πόλη που του φαινόταν οικεία ήταν η πόλη που έζησε ως φοιτητής.
Στην πόλη που γεννήθηκε είχε να ζήσει τουλάχιστον 10χρόνια, η πόλη που
είχε ζήσει στην πρώτη του μετάθεση ήταν μικρή και στοιχειωμένη από την
Ειρήνη, το μόνο σημαντικό πράγμα που θυμάται από εκεί.
Όλοι οι
φίλοι, οι γνωστοί, τα γνώριμα στενά και τα μαγαζιά που δούλευε, ήταν
όλα εκεί που έζησε τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής του.
Η Ειρήνη
άλλωστε δεν ζούσε πλέον εκεί. Για τα δεδομένα του Κώστα ήταν στο
Λονδίνο και μάλιστα φανταζόταν ότι χαίρεται τον έρωτα της με τον όμορφο
νέο που της κρατούσε το χέρι στο εστιατόριο.
Τα πέντε χρόνια που
έλειψε ήταν χρόνια απίστευτης μοναξιάς και είχε πολύ ανάγκη να βρει
τους παλιούς φίλους, να περνάει καλά και να βγαίνει έξω.
Και αυτό
έκανε. Ήρθε κατευθείαν στην πόλη του. Για μερικές μέρες θα τον
φιλοξενούσε ένας φίλος του. Μέχρι να βρει κάτι δικό του.
Άρχισε να
ψάχνει και δεν ήταν πολύ εύκολο. Ένα πρωί πέρασε με τον κολλητό του έξω
από το στενό που βρισκόταν το φοιτητικό του σπίτι.
«Ρε φίλε και τι
δεν θα έδινα να γυρνούσα και πάλι στα χρόνια εκείνα. Και να σου πω.. Το
σπιτάκι εκείνο μια χαρά ήταν! Βέβαια τώρα θα είναι λίγο παλιό, αλλά
μήπως θα βρούμε και καλύτερο..»
Πάντως ενοικιαστήριο έχει.. Αλλά
είναι για αυτό στον 2ο όροφο. «Και δεν πάμε να το δούμε;» είχε την
φαεινή ιδέα ο Κώστας, και πήρε τηλέφωνο τον ιδιοκτήτη. Όταν τον είδε
τον θυμήθηκε αμέσως. Και μάλίστα του υποσχέθηκε ότι αν κάνει έναν μήνα
υπομονή , θα διορθώσει και μερικά μερεμέτια που είχε σκοπό να αφήσει,
«λόγω γνωριμίας και πρότερου εντίμου βίου», όπως του είπε. Ο Κώστας
ρώτησε για το από πάνω διαμέρισμα, αλλά ο ιδιοκτήτης του είπε ότι το
είχε δώσει πριν κανένα μήνα σε μια κοπέλα. Του είπε πως αυτή την φορά
τους διάλεξε του ενοικιαστές, δεν τα έδωσε τυχαία. Είναι πολύ ήσυχη,
δεν θα τον ενοχλήσει καθόλου. «Και πολύ όμορφη...», τον σκούντηξε
σκανδαλιάρικα.
«Αλήθεια ε;»
«Αχ αγόρι μου να είχα τα νιάτα σου...»
Έτσι
ο Κώστας θα παρέμενε στο διαμέρισμα του φίλου του για έναν μήνα ακόμα
και μετά τα Χριστούγεννα θα μετακόμιζε στο νέο του σπίτι, με την νέα
και ωραία απ’ ότι φαίνεται γειτόνισσα.
Εν τω μεταξύ πλησίαζαν τα
Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά του 2010. Η Ειρήνη κανόνισε με την παρέα
της ολόκληρο πρόγραμμα με τα πιο καλά πάρτι στην πόλη. Ο Κώστας
σκέφτηκε να επισκεφθεί για τα Χριστούγεννα, την οικογένεια του στην
ιδιαίτερη πατρίδα του μετά από τόσα χρόνια.
Την Πρωτοχρονιά όμως
θα επέστρεφε στην πόλη του για να μπει καλά η χρονιά... Άλλωστε ο
ιδιοκτήτης του είχε υποσχεθεί ότι έστω και την τελευταία μέρα του
χρόνου, θα έκανε ότι μπορούσε για να του δώσει το σπίτι προκείμένου να
τον βρει ο χρόνος στο καινούργιο του σπίτι.
Και έτσι έγινε..
Του παρέδωσε τα κλειδιά και με μικρή επιπλέον χρέωση ένα καθαρό σπίτι,  παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Τι
καλύτερο λοιπόν από ένα πάρτι!!!! Κάλεσε φίλους και γνωστούς για να
εγκαινιάσει την καινούργια του ζωή. Το σπίτι ήταν άδειο σχεδόν, είχε
θέρμανσή και ψυγείο. Με ένα ηχοσύστημα και πολλά ποτά θα γινόταν το
καλύτερο κλαμπ της πόλης.
Και έτσι έγινε...

Εν τω μεταξύ η Ειρήνη, ετοιμαζόταν για το μεγαλύτερο πάρτι της
χρονιάς. Κατέβηκε βιαστικά με το ασανσέρ και μπήκε στο αυτοκίνητο μαζί
με τους φίλους της. Μόνο που το πάρτι αποδείχθηκε κατώτερο των
προσδοκιών τους και έτσι από ένα σημείο και έπειτα όλοι ήθελα να
φύγουν. Δεν είχε καν αλλάξει ο χρόνος.
Η Ειρήνη πρότεινε να πάνε
στο σπίτι της μιας και ήταν μόνη, που δεν είχε κανέναν άλλο στο σπίτι
και επίσης δεν είχε κανένα ενοχλητικό γείτονα από κάτω να χτυπάει το
ταβάνι... «Καλύτερα θα περάσουμε!»
Και έτσι έγινε... Μόνο που όταν
έφτασαν στην πολυκατοικία ανακάλυψαν ότι η Ειρήνη είχε τελικά γείτονα,
του οποίου μάλιστα η μουσική ακουγόταν σε όλη την γειτονιά.
Από τα φωτισμένα παράθυρα φαινόταν να γίνεται χαμός μέσα....
Η
Ειρήνη αποφάσισε να κτυπήσει το κουδούνι και α συστηθεί στον νέο της
γείτονα με την ελπίδα, ότι θα τους καλέσει να μείνουν στο πάρτι του.
Κτύπησε αποφασιστικά το κουδούνι, φόρεσε το καλύτερο της χαμόγελο και περίμενε στην πόρτα.
Άνοιξε ένας νεαρός. Τον ρώτησε αν είναι ο ιδιοκτήτης, της είπε όχι και προσφέρθηκε να την βοηθήσει αν ήθελε κάτι...
Του
είπε ότι είναι η κοπέλα που μένει από πάνω, άκουσε την φασαρία και
σκέφτηκε να έρθει να δει τι γίνεται. «Ακουγόταν σαν να περνάτε πολύ
καλά....» Τόσο απλά!
Βεβαίως ο νεαρός σκεπτόμενος ότι σίγουρα δεν θα
μπορούσε να κοιμηθεί με τόση φασαρία, προτιμούσε να έχουν μία χαρούμενη
γειτόνισσα μέσα, παρά μία γκρινιάρα από πάνω. Ήταν και ομορφούλα, οπότε
δεν θα είχε ούτε ο Κώστας πρόβλημα.
Η Ειρήνη του ανακοίνωσε ότι έχει και παρέα και απλά τους έβαλε μέσα, όπου στα αλήθεια γινόταν χαμός.
Είχε
τόσο κόσμο που δεν ήξερες που να σταθείς. Και ξαφνικά κάποιος έσβησε τα
φώτα, σταμάτησε την μουσική και άρχισε να μετράει αντίστροφα....
Άλλαζε η χρονιά. Η φωνή της φάνηκε λίγο γνώριμη, αν και με τόσο κόσμο δεν μπορούσε να δει τίποτα.
Και μετά τα φώτα άναψαν και όλοι άρχισαν να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται και να εύχονται καλή χρονιά ο ένας στο άλλον.
Και
ξαφνικά η Ειρήνη ένοιωσε έναν άντρα δίπλα της με την πλάτη γυρισμένη
προς αυτήν να την σπρώχνει και ξαφνικά γυρνάει και της ζητάει συγνώμη
και «Καλή...χρ.....»
Είναι ο Κώστας!
Για μερικά δευτερόλεπτα μένουν παγωμένοι. Και έπειτα η Ειρήνη ψελλίζει καλή χρονιά αρχίζει να τρέχει προς την έξοδο.
Ο Κώστας βεβαίως έτρεξε από πίσω της. Την πρόλαβε στον διάδρομο.
«Που πας; Τι κάνεις εσύ εδώ;» της λέει.
«Εγώ τι κάνω εδώ; Εσύ τι κάνεις εδώ; Γιατί συνεχίζεις να εισβάλεις έτσι στην ζωή μου από το πουθενά;»
«Εσύ τι έχεις πάθει και συνεχίζεις να φεύγεις από την ζωή μου χωρίς λόγο και αιτία; Και αν θέλεις να ξέρεις, εδώ μένω!»
«Τι;;;» Η Ειρήνη τον κοίταξε έντρομη και μετά ξέσπασε σε έναν παράξενο κλαυσίγελο......
Ο Κώστας την κοιτούσε απορημένος.
«Εγώ ξέρεις που μένω;» του λέει
Η ερώτηση βεβαίως ήταν ρητορική
«Από πάνω!!!» φώναξε!
«Τι
σου έχω κάνει και δεν μπορώ να σηκώσω κεφάλι; Μόλις πάω να βρω τον
εαυτό μου εμφανίζεσαι από το πουθενά! Πάνε 10 χρόνια δεν βαρέθηκες πια;
Τι θέλεις;»
«Για αρχή θέλω να μάθω γιατί έφυγες; Όλα αυτά τα χρόνια δεν έχω σταματήσει να το σκέφτομαι και άκρη δεν βγάζω!»
«Γιατί δεν μου λες εσύ καλύτερα γιατί δεν με αναζήτησες ποτέ; Τόσο πολύ σε ενδιέφερε που δεν ασχολήθηκες καν;»
Ο
Κώστας συνειδητοποίησε ότι η φίλη της είχε κρατήσει τον λόγο της και
δεν είπε ποτέ στην Ειρήνη για την επικείμενη επίσκεψη του στο Λονδίνο.
Αφού
λοιπόν την είδε τόσο ανένδοτη της εξιστόρησε τι είχε συμβεί όταν είχε
πάει να την βρει, και αν και φυσικά η Ειρήνη του είπε την δική της
ιστορία.
Η συνέχεια δεν χρειάζεται πολλή φαντασία. Για τον Κώστα και την Ειρήνη ήταν η πιο αξιομνημόνευτη Πρωτοχρονιά της ζωής τους.
Την
πέρασαν στο επάνω διαμέρισμα. Αυτό της Ειρήνης. Μόνοι, αγκαλιασμένοι,
ερωτευμένοι σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα, συζητώντας όλο το βράδυ
και υποσχέθηκαν ο ένας στον άλλο πως δεν θα ξαναφήσουν τίποτα να τους
χωρίσει.

Share |

4 σχόλια

image
jovi r

i istoria einai poly omorfi, mia apo tis kalyteres oses diavasa... omos to 2010 akoma den exei mpei...

Tuesday, November 3, 2009 - 16:21

image
ΕΛΗΝΑ ΠΑΠΑΣΠΙΡΟΠΥΛΟΥ

ΜΠΡΑΩΟ ΗΤΑΝ ΤΕΛΕΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΠΑΡΑΠΟΛΙ!!!!!!!!!!!

Tuesday, November 3, 2009 - 20:44

image
Katerina Gewrgiou

i istoria itan iperoxi exw na pw!! kai mporw na katalavw tin eirini gt kai stin diki mu istoria sinebisan para polla simadiaka pou den borei kaneis na ta pistepsei!! borw na sas katalavw paidia!!

Wednesday, November 4, 2009 - 20:30

image
Fenia Stamba

ELEOS!!! ENA ΒΙΒΛΙΟ ΕΓΡΑΨΕΣ! ΕΙΠΑΜΕ 100 ΜΕ 200 ΛΕΞΕΙΣ! ΕΜΕΙΣ ΔΗΛΑΔΗ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΟΡΟΙΔΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑΜΕ? ΔΕ ΔΙΑΒΑΣΑ ΟΥΤΕ ΛΕΞΗ! ΛΥΠΑΜΕ ΤΟΝ ΚΑΠΟΥΤΖΙΔΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΑΣΜΕΝΟΙ ΝΑ ΤΗΝ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ! Η' ΜΗΠΩΣ ΟΧΙ???

Friday, November 6, 2009 - 09:45

Post new Comment

Εγγραφή νέου χρήστη

User Login

close

Αν είστε ήδη εγγεγραμμένος, κάντε login

Αν δεν είστε ήδη εγγεγραμμένος, κάντε Register ή συνδεθείτε με