Η δική σου ιστορία αγάπης γίνεται ταινία.

lacta

Ο Αντώνης στην Ξάνθη

Οι µέρες στην Ξάνθη παρέµεναν ιδιαίτερα ζεστές και ας είχε µπει ο
Σεπτέµβρης και το Φθινόπωρο. Ευτυχώς σήµερα φύσαγε ένα αεράκι και η
ατµόσφαιρα γινόταν υποφερτή τουλάχιστον. Η αλήθεια είναι ότι και τις περισσότερες
µέρες του καλοκαιριού, ένα απαλό αεράκι πάντα την δρόσιζε. Αυτό οφείλεται, έλεγε
ο Αντώνης στις παρέες του όταν ήθελε να παινέψει την πόλη του, στο καλό κλίµα της
περιοχής. Το ποτάµι που διέσχιζε την πόλη, ο Κόσινθος, βοηθούσε ιδιαίτερα στο
κλίµα αυτό. Μάλιστα µεταµόρφωνε την δροσούλα σε ψυχρούλα όσο πλησίαζες στα
µέρη του και ιδιαίτερα όσο το φεγγάρι γερνούσε κ έσβηνε. 
Πεύκα και έλατα κατέβαιναν από την κορυφή του βουνού µέχρι τους
πρόποδες και άγγιζαν τις παρυφές της πόλης. Εκεί, σαν συνοικία της και µάλιστα της
πιο αριστοκρατικής αφού έβλεπε πανοραµικά την πόλη, ήταν και το υπέροχο
δασύλλιο της, το Άλσος. Χάρη στην καλή δουλειά του ∆ασαρχείου, το µέρος είχε
γίνει ένας υπέροχος χώρος διαφύγεις.  Ευκολοδιάβατος, µε αναρριχόµενα στην
πλαγιά µονοπάτια και ξύλινες γέφυρες  που σε έφταναν σε πέτρινα κιόσκια· όλα
αρµονικά απορροφηµένα από το τοπίο. Την µέρα  βρισκόταν σε επαφή µε την φύση
οι οικογένειες, ενώ τη νύχτα ερχόντουσαν σε επαφή, … παρθένες ψυχές λευκών
περιστεριών στα πρώτα τους ερωτικά καλέσµατα.

Ο Αντώνης νωρίς το απόγευµα, αισθάνθηκε µουδιασµένος από τις πολλές
ώρες ύπνο και αποφάσισε πως µια µικρή βολτούλα στο κέντρο, θα ήταν ότι έπρεπε.
Είχε πολύ καιρό να έρθει στην Ξάνθη και η πόλη του φαινόταν τώρα
διαφορετική. Οι ανοικοδόµηση βρισκόταν σε έξαρση, διάχυτη σε όλη την πόλη. Tα
παλιά διώροφα µε την χτιστή εξωτερική σκάλα και το κεραµίδι υποχωρούσαν και την
θέση τους έπαιρναν πολυώροφες πολυτελής οικοδοµές, όπως αυτοδιαφηµιζόταν.
Καµιά πολυτέλεια δεν έβλεπε ο Αντώνης, πέρα από τα περίεργα σε χρώµατα και
σχήµατα µπαλκόνια. Στη Σαλονίκη ίσως αυτήν την ανοικοδόµηση να την ονόµαζε
πρόοδο αλλά στην Ξάνθη του προξενούσε λύπη. ∆εν ήθελε να µεταµορφωθεί η πόλη
σε µια αφιλόξενη µεγαλούπολη χωρίς προσωπικότητα, όπως πολλές άλλες είχαν
καταντήσει. Τα πράγµατα του φάνηκαν καλύτερα όταν έφτασε στο κέντρο της πόλης.
Την πλατεία την είχαν διακοσµήσει εκ νέου αλλά πάντα δέσποζε το επιβλητικό της
ρολόι, γητευτής της πόλης όπως το ονόµαζαν. Καινούργιους πεζόδροµους είχαν
φτιάξει µε καλό γούστο και κολώνες φωτισµού µε γλυκό κίτρινο φως είχαν
προσθέσει, προκαταβάλλοντας την ιλαρή αισθητική της πόλης στους  περιηγητές της.
∆ιάλεξε έναν παρακείµενο δρόµο που µε χάρη τον µετέφερε ως στην  πλατεία
Αντίκα. 

Ο δρόµος εκεί µεταµορφώθηκε από την στρυφνή άσφαλτο σε ένα
πλακόστρωτο µε χρώµα και σχήµα σµιλευµένης πέτρας. Γύρω του µια άλλη εποχή,
αυτή του περασµένου αιώνα γεννήθηκε, συνυφασµένη µε την ζωντάνια του κέντρου
µιας σύγχρονης πόλης. Αναπαλαιωµένα αρχοντικά φιλοξενούσαν τώρα ταβέρνες,
καφετέριες και µπαράκια. 
Ανέβηκε την ανηφόρα που οδηγούσε προς την παλιά πόλη. Τα νεοκλασικά
άρχισαν να κρύβουν τώρα την ηλικία τους σε µια έξυπνη παγίδα του χρόνου. Από τα
µεταβυζαντινά χρόνια που σε ταξίδευε το κοµµάτι αυτό της πόλης, µε τρόµο
πεταγόσουν από τα κορναρίσµατα περαστικών αυτοκινήτων και το βόµβο που έκαναν
τα λάστιχα τους πάνω στις πέτρες. 

Έφτασε σε ένα από τα οµορφότερα σταυροδρόµια της παλιάς πόλης, σένα από
τα πιο ευχάριστα της ζωής. 
Από µακριά διέκρινε την φιγούρα µιας νεαρής ζωγράφου που φαινόταν πως
το σταυροδρόµι αυτό ήταν η πηγή της εµπνεύσεως της. Ήταν ελαφριά ντυµένη µε ένα
χάδι για φόρεµα και πλούσιο ξανθό µαλλί. Καθιστή σένα µικρό καρεκλάκι µε µατιά
αλήτικη· κοιτούσε το τοπίο και ζωγράφιζε. Είχε τον ήλιο στα δεξιά της και µια χρυσή
φωτοχυσία  πληµµύριζε το σκηνικό της και έλουζε την ίδια.
Φαινόταν πολύ προσηλωµένη σ΄ αυτό που έκανε και µια ευχαρίστηση
έπαιρνε, τραβώντας γραµµές στο χαρτί. Ο Αντώνης δεν µπορούσε να καταλάβει πόσο
καλή µπορεί να ήταν στη δουλειά της, αλλά ήταν σίγουρος πως τον µικρό αυτό
πίνακα της δικιά της οµορφιάς, ελάχιστοι καλλιτέχνες θα µπορούσαν να τον
συλλάβουν. Έτσι φαινόταν τουλάχιστον στα δικά του µάτια. Την πλησίαζε αργά
χωρίς να χάνει λεπτό την εικόνα της. Φτάνοντας κοντά της µη µπορώντας να
αντισταθεί στην πρόκληση της είπε:
-Πως και ένα κορίτσι σαν και εσένα, δεν πίνει καφέ σε καµιά παραλία; 
Η κοπέλα γύρισε ξαφνιασµένη προς το µέρος του και τον κοίταξε.
- I’m very sorry, I can’t understand you. I don’t speak Greek, του απάντησε η
κοπέλα σε άπταιστα αγγλικά.
Το µόνο σίγουρο ήταν ότι η κοπέλα απάντησε στην ερώτηση του χωρίς να το
ξέρει. Ελάχιστες Έλληνιδες στην ηλικία της θα καθόταν να θαυµάσουν και να
ζωγραφίσουν την παλιά πόλη της Ξάνθης. Παράλληλα και ένας κρύος ιδρώτας τον
έλουσε γιατί παρόλο που τα αγγλικά του ήταν σε καλό επίπεδο είχε να µιλήσει την
γλώσσα αρκετά χρόνια. Κοµπιάζοντας και µε ελληνικότατη προφορά στα αγγλικά
του, της είπε το αυτονόητο µεν, αλλά σύνηθες σε τέτοιες περιπτώσεις.
- Είσαι τουρίστρια;
- Ναι, του απάντησε φυσικά αυτή και συνέχισε, µου άρεσε πολύ η παλιά πόλη
και είπα να την αισθανθώ βαθύτερα ζωγραφίζοντάς την, είπε η κοπέλα µε µια όµορφη
λυρική προφορά στην γλώσσα της.  
Ο Αντώνης αν και δεν τα κατάλαβε όλα όσα είπε η κοπέλα, της ζήτησε να δει
τον πίνακα που ζωγράφιζε. Η κοπέλα του ζήτησε συγνώµη και του είπε ότι δεν
δείχνει τα έργα της σε αγνώστους.
- Με λένε Joann, και του έτεινε το χέρι για την απαραίτητη χειραψία.
Ο Αντώνης της συστήθηκε και αυτός ανταποδίδοντας την χειρονοµία. Η
Joann του γύρισε τον πίνακα για να µπορεί να τον δει άνετα. Ήταν µια ζωγραφιά µε
σκιές µολυβιού, πολύ όµορφη και τροµερά  περιεκτική σε εικόνα. Το σταυροδρόµι µε
τα αρχοντικά όπου βρισκόντουσαν, κυριαρχούσε σε µέγεθος, κάτι σαν φόντο. Ένας
από τους δρόµους χώριζε τον πίνακα σχεδόν στην µέση. Στην αρχή του δύο κύριοι
είχαν συναντηθεί. Φορούσαν κοστούµια παλιάς εποχής µε βαθύ κόψιµο στο ρεβέρ
του σακακιού και στα χέρια τους κρατούσαν µπαστούνια µε διακοσµηµένες λαβές.
Ήταν εµφανές πως ερχόταν από αντίθετες κατευθύνσεις και αντάλλασσαν αντικριστά
χαιρετισµούς και φιλοφρονήσεις βγάζοντας τα ηµίψηλα καπέλα τους. Πιο κάτω µια
κυρία µε παριζιάνικο φόρεµα του 18ου αιώνα, λιγότερο αβρόφρων, φώναζε σε έντονο
ύφος έναν αµαξά που την λέρωσε µε τα απόνερα µιας λακκούβας καθώς περνούσε µε
ταχύτητα από µπροστά της.

Ο Γιάννης ενθουσιάστηκε µε την ζωγραφιά που είδε. Του άρεσε πολύ.
Χαµογέλασε όµως γιατί λίγη οµίχλη αν πρόσθετε κανείς, θα απεικόνιζε ευάρεστα το
Λονδίνο την εποχή του Σέρλοκ Χόλµς, παρά την Ξάνθη πριν ένα αιώνα. 
- It’s fine art but it is not Xanti, της είπε ο Αντώνης κολακεύοντας τον πίνακα
της και δίνοντας της να καταλάβει παράλληλα ότι δεν απεικόνιζε την αλήθεια για την
ζωή της Ξάνθης. 
- Έχεις δίκιο, του είπε η Joahn απογοητευµένη, θα έπρεπε να αρκεστώ σε µια
απλή περιγραφή του µέρους.
-Μην συµβιβάζεσαι τόσο εύκολα, της είπε, θα σε βοηθήσω εγώ να φανταστείς
την Ξάνθη.
- Θα σου ήµουν ευγνώµον αν έκανες κάτι τέτοιο. Go on then, του είπε η Joahn
και ο Αντώνης άρχισε την αφήγηση του µε ύφος περισπούδαστου αφηγητή:
 «Πρέπει πρώτα από όλα να φανταστείς µια πόλη µικρή, ικανή όµως να σε
πλανέψει µε χρώµατα και να σε δελεάσει µε µυρωδιές. Αυτό θα πρέπει να είναι το
φόντο στην σκέψη σου µαζί µε έναν υπέροχο ήλιο σε βαθυγάλαζο τέµπο. Τώρα
φαντάσου µια γριούλα µε µαύρη φορεσιά και λευκό τσεµπέρι· σκυφτή να ανεβαίνει
τον ανήφορο, ζωσµένη στην πλάτη µια ψάθινη καλάθα γεµάτη από φύλλα καπνού
που σκορπούσαν µυρωδιές από χώµα και ταµπάκο. Στα πέτρινα σκαλοπάτια ενός
αρχοντικού, ένα τρίχρονο κοριτσάκι έκλαιγε και από µέσα φαινόταν µια µάνα που
θήλαζε το πρώτο της παιδί, το πρώτο της γιο. 
Η γριούλα συναντήθηκε µε έναν παππού που ερχόταν από την αντίθετη
κατεύθυνση. Ήταν µαυροντυµένος και αυτός, ενώ στην  µέση του φορούσε ένα
κόκκινο ζωνάρι φερµένο πολλές γύρες και στο κεφάλι του λευκό δαντελένιο φέσι.
Είχε ένα γαιδουράκι για συντροφιά και βοήθεια, φορτωµένο µε ξύλα για το άναµµα
του φούρνου και καλαµπόκι που θα έφτιαχνε η οικογένεια ψωµί. Η γριούλα
σταµάτησε να χαιρετήσει τον παππού, αφήνοντας κάτω και την καλάθα για να πάρει
µιαν ανάσα. Αντάλλαξαν τα  νέα τα προσωπικά τους, όσο και  των δικών τους και
επεκτάθηκαν γρήγορα στα νέα των γνωστών τους. Η συνήθεια αυτή φαντάσου πως
ήταν σαν ένα είδος προφορικής τοπικής εφηµερίδας, που είναι ακόµα βαθιά ριζωµένη
και στις µέρες µας, χαµογελούσε µόνος του ο Αντώνης. Έπειτα από την ενηµέρωση ο
καθείς πήρε τον δρόµο του. Η γριά άνοιξε την σιδερένια πόρτα της αυλής και χάθηκε
µέσα σ΄ ένα παλιό αρχοντικό από αυτά που βλέπεις. 
- Συνέχισε, µην σταµατάς, του είπε έντονα η Joahn. 

Ο Αντώνης κατάλαβε πως µε την αφήγησή του κέρδιζε έδαφος στην εκτίµηση
της και πιο αυτάρεσκα ακόµα συνέχισε:
-Η κύρια είσοδος του κτιρίου έβλεπε σε µια µεγάλη αυλή όπου παράµερα, σε
µια φαρδιά τάβλα, στέγνωναν και τα φύλλα του καπνού. Στο µέρος του κήπου· από
την µεριά του δρόµο, µια  κόρη της· είχε φυτέψει πολύχρωµα λουλούδια. Ρόδα,
ζουµπούλια, µενεξέδες σε ένδειξη του παρθένου ερωτισµού της, δίπλα στα
οπωροκηπευτικά της γριάς. Στο κέντρο της αυλής, υπήρχε ένα χτιστό πηγάδι µε µια
γαλάζια φαρδιά τροχαλία τυλιγµένη µε σκοινί, όπου µε κουβά αντλούσαν πόσιµο
νερό. Τα µικρότερα παιδιά της οικογένειας σκαρφαλωµένα σε ένα από τα πολλά
δέντρα της αυλής, σε µια ροδακινιά, έτρωγαν µε βουλιµία του άφθονους καρπούς της,
πασαλείβοντας µε ζουµιά τα µούτρα τους και τα ρούχα τους. 
Πιο πάνω από το αρχοντικό συναντούσε κανείς ένα λευκό τζαµί, αρκετά
άνετο στις διαστάσεις του. Κατέληγε σε ένα ψηλόλιγνο πυργίσκο, που πολλάκις την
ηµέρα, δεόταν µε τόλµη την µακρινή ανατολή. Σε δυο τετράγωνα πιο κάτω, έβρισκες
µια εκκλησία, χτισµένη όλη από καλή πέτρα. Το εύηχο καµπαναριό της σθεναρά 
καλούσε το παλαιό Βυζάντιο.

Ο δρόµος συνέχιζε πάνω κάτω ο ίδιος. Πλακόστρωτος µε κάποια δέντρα
διάσπαρτα. Στο τέλος του κεντρικού αυτού δρόµου, ήταν ένα απόµερο καφενείο. Οι
τοίχοι του ήταν ασβεστωµένοι και περασµένοι µε ώχρα και στα παράθυρα
κυριαρχούσε το γαλάζιο. Κάτω από µια συκιά, διάσηµη για την σκιά της, ήταν
απλωµένα άναρχα τα τραπέζια του. Γέροι και λιγότερο γέροι, ρουφούσαν εκεί το
καφεδάκι τους ή το ουζάκι τους. Οι πιο µερακλήδες φούµαραν το ναργιλέ τους και
συζητούσαν πως ο Βενιζέλος δεν θα αργήσει να  ’ρθει.»
- Βενιζέλος, ποιος είναι ο Βενιζέλος; ρώτησε µε ενδιαφέρων η Joahn
- Ο Βενιζέλος ήταν ακόµα ένα παππούς της εποχής µε παχύ µουσαντό και
µεγάλες ιδέες.
- Πάλι παππούς. Νέους δεν είχε το χωριό, ρώτησε η Joahn.
- Φυσικά και είχε, απάντησε ο Αντώνης. Όλοι οι νέοι ή καλύτερα όσοι
µπορούσαν να δουλέψουν ήταν στα χωράφια των γονιών τους ή και παραγιοί άλλων
αφεντάδων του κάµπου. Πήγαιναν εκεί σαν έβλεπαν τον ήλιο και γυρνούσαν όταν
αυτός δεν φαινόταν πια.
- Και οι νέες τι έκαναν όλον αυτόν τον καιρό;
-Οι ανύπαντρες που ήταν σε τρυφερή ηλικία ακόµα βοηθούσαν την µάνα τους
στις φροντίδες του σπιτικού. Έπαιρναν τα ασπρόρουχα και τα έπλεναν στα νερά του
ποταµού λίγο πιο κάτω. Μάθαιναν από την µάνα τους µαγειρική, ίσως να πήγαιναν
στον µύλο να πάρουν αλεύρι για να ζυµώσουν, ζυµώνοντας και τον εαυτό τους στην
καθηµερινότητα. Ο µύλος είναι µετά το κεντρικό δρόµο.
- Πως γνωριζόντουσαν µε τους άντρες τους, πως παντρευόντουσαν; συνέχισε
να ρωτά η Joahn.
- Θα σου πω αρκεί να µην µε ρωτήσεις πως έκαναν και παιδιά,
χαριτολογώντας της είπε ο Αντώνης. Οι γονείς τους· τους πάντρευαν, συνέχισε, είτε
µε προξενήτρες είτε οι µάνες των αγοριών διάλεγαν λίγο ή πολύ την νύφη. Βέβαια
και οι νέοι είχαν τον τρόπο τους, πιο παρασκηνιακά όµως.  Και όταν το συνοικέσιο
πετύχαινε και οι δυο ψυχές γινόταν µία, ένα τρελό γλέντι στηνόταν. Σφάζανε αρνιά,
κατσίκια, ανάλογα πόσο εύπορη ήταν η οικογένεια και κρασί. Άφθονο κρασί να
µεθύσι όλο το χωριό. Και ύστερα χορός µέχρι το πρωί. Έσερνε τον χορό η νύφη και ο
γαµπρός και µετά οι υπόλοιποι. Ένα έθιµο που φτάνει ακόµα και στις µέρες µας.
Έχεις δει τοπικούς χορούς εδώ. 

Η Joahn κούνησε το κεφάλι της αρνητικά.   
- Ωραία θα έχεις την ευκαιρία να τα δεις το βράδυ που θα ναι όλα
µεταµορφωµένα. Θέλεις;
- Θα ήθελα πάρα πολύ να δω κάτι τέτοιο, του απάντησε.
Η Joahn του έδωσε λεπτοµέρειες για να έρθει το βράδυ να την πάρει από το
ξενοδοχείο που έµενε. Του ξαναέδωσε το χέρι της για την επισύναψη του ραντεβού
τους και τον χαιρέτισε µε ένα όµορφο χαµόγελο. Ο Αντώνης έµεινε ιδιαίτερα ευτυχής
από την συνάντηση µαζί της. Βλέποντας την Joahn  να αποµακρύνεται, σκέφτηκε ότι
ίσως η Ξάνθη να παρουσιάζει περισσότερο ενδιαφέρων από αυτό που ανέµενε. 
 
Ο Αντώνης άρχισε να περιποιείται τον εαυτό του από νωρίς για το βραδινό
ραντεβού. Η µάνα του τον έφτυνε για να µην τον αβασκάνει, τόσο όµορφος που είχε
γίνει. Όταν και αυτός ικανοποιήθηκε από το αποτέλεσµα των προσπαθειών του
ξεκίνησε για το ξενοδοχείο που έµενε η Joahn. Πέρασε µπροστά από ένα ανθοπωλείο
και είπε να της πάρει λουλούδια. Χίλια τριαντάφυλλα, σκέφτηκε, θα φάνταζαν
όµορφα. Μια ντουζίνα θα ήταν σίγουρα µετριότητα. Ένα όµως, θα ήταν αρκετό για
να επιβληθεί µε την µοναδικότητα του…
Αισθάνθηκε την καρδιά του να χτυπά γρήγορα, καθώς η Joahn κατέβαινε τα
σκαλοπάτια του ξενοδοχείου. Εκείνη, πρόσεξε όµως το κόκκινο τριαντάφυλλο που
κρατούσε και γοητεύτηκε. Το πήρε τρυφερά στο ένα της χέρι και του έδωσε το άλλο
να την κρατήσει και να την οδηγήσει όπου εκείνος ήθελε.
- Σκέφτηκα να πάµε µε τα πόδια µια που δεν έχω αυτοκίνητο, της είπε.
- Είναι πολύ καλή σκέψη αυτή εάν δεν έχεις αυτοκίνητο, του είπε
χαµογελώντας η Joahn, έτσι και αλλιώς οι αποστάσεις είναι µικρές εδώ. 
Πέντε λεπτά της ώρας ήταν αρκετά για να βρεθούν στην γεµάτη κόσµο
πλατεία. Σε µια πλατεία που γιόρταζε και αυτή. Κάτω από το ρολόι, σε µια σκηνή
που είχε στηθεί, η Τσαλιγγοπούλου έκανε την νύχτα τουλάχιστον γοητευτική αν όχι
µαγική.  
Πιο ψηλά, στην παλιά πόλη γινόταν το αδιαχώρητό από νέους κάθε ηλικίας.
Περιφερόντουσαν εκστατικά µε φωνές και γέλια στα σοκάκια και γέµιζαν ζωή την
παλιά πόλη. Ο Αντώνης έσφιξε το χέρι της Joahn στο δικό του για να µη χαθούνε
κατά την πρόσµιξη τους µε το πλήθος. Η Joahn κοιτούσε µε λαχτάρα τώρα την παλιά
πόλη που ήταν πλούσια φωταγωγηµένη και πρόσεχε ότι σε κάθε στενό υπαίθριες
ταβέρνες είχαν στηθεί. Μία για κάθε σοκάκι, µε την προσωπική της ορχήστρα και
ρεπερτόριο και τους προσωπικούς της ανώνυµους χορευτές µε φιγούρες να
διασκεδάζουν. 
- Καταπληκτική γιορτή, καταπληκτικό κέφι, είπε η Joahn ενώ φώναζε για να
ακούσει ο Αντώνης, διοργανώνετε κάθε χρόνο αυτή η γιορτή; 
-Ναι κάθε χρόνο την ίδια εποχή. Οι σύλλογοι του καρναβαλιού σκορπώντας
κέφι µαζεύουν χρήµατα για τα άρµατα και τα κουστούµια της µεγάλης παρέλασης
του καρναβαλιού… τον Φλεβάρη µε Μάρτη. Άλλη µεγάλη γιορτή εκείνη. 
-∆ηλαδή κάθε ταβέρνα είναι και ένας σύλλογος καρναβαλιού;
-Ναι και τα µέλη του µε το ταµπεραµέντο τους προσθέτουν χρώµα στο
σοκάκι, την νύχτα και την παλιά πόλη.
Η Joahn είδε ένα τραπεζάκι άδειο σε µια ταβέρνα και τον τράβηξε να
κάτσουν. Οι µυρωδιές από τα κρεατικά στα κάρβουνα την είχαν τσακίσει στην πείνα. 
Η ταβέρνα αυτή βρισκόταν στην αυλή ενός εκ των µεγάλων αρχοντικών,
γεµάτη από τριανταφυλλιές, γεράνια και κισσούς. Μπροστά τους έβλεπαν την
ορχήστρα µε φόντο το επιβλητικό κτίριο, πίσω τους ο κόσµος να διαβαίνει τα στενά
και να διασκεδάζει όπου βρεθεί και όπου σταθεί.
- Σου αρέσει εδώ; ρώτησε ο Αντώνης, φαντάζοµαι πως δεν θα έχετε τέτοια
στην Αγγλία!
- Είναι πανέµορφα…. But, I’m not English. I’m Irish… I’m northern Irish and
catholic, του απάντησε η Joahn σε ζωντανό τόνο κοιτάζοντας τον στα µάτια.
- Εντάξει Ιρλανδέζα. ∆ίπλα είστε, µια γλώσσα µιλάτε.
- Ναι, αλλά µε τους Άγγλους δεν τα πάµε καλά. Καθόλου καλά. Θέλουµε να
ελευθερωθούµε από τον καταπιεστικό αποικιοκρατικό ζυγό τους και την βάρβαρη
ιµπεριαλιστική κατοχή τους.
Ο Αντώνης προσπάθησε να ξεδιαλύνει µια στιγµή τα ποµπώδη λόγια της
Joahn, φερµένα κατευθείαν από κείµενα του Μαρξ.
- ∆ηλαδή βρίσκεστε σε πόλεµο µε τους Άγγλους, δήλωσε ο Αντώνης 
- Κατά µία άποψη ναι! Αλλά περιµένουµε και το Σίν Φέιν.  
- Τι είναι αυτό; ρώτησε ο Αντώνης µε έκδηλο το ενδιαφέρον στον τόνο της
φωνής του.
- Το Σίν Φέιν είναι κάτι µάλλον σαν τον δικό σας τον παππού ….τον
Βενιζέλο, είπε µε ζωηρό ύφος η Joahn, ενώ ο Αντώνης γελούσε δυνατά τώρα για το
πάθηµά του.
- Στην Β. Ιρλανδία γεννιούνται κάθε µέρα ήρωες.
- Η Ελλάδα ξέρει από ήρωες αλλά δεν γεννιούνται γίνονται, την διέκοψε ο
Αντώνης.
-Σε µας γεννιούνται ήρωες, ζουν σαν ήρωες αλλά πεθαίνουν σαν τα σκυλιά
στους δρόµους του Μπέλφαστ µε σφαίρες από δειλές αγγλικές κάνες που σκοτώνουν
παλικάρια σε ξένες χώρες, έλεγε τώρα ξαναµµένη η Ιρλανδέζα κατεβάζοντας και
µερικά ποτηράκια βαρύ χύµα κρασί για να διώξει και την κάψα της από το τζατζίκι
και την τυροκαυτερή.
Ο Γιάννης την κοιτούσε µε συµπόνια χωρίς να ξέρει τι να της πει. Της φίλησε
µόνο το χέρι σε ένδειξη τρυφερότητας. Η Joahn, του τράβηξε το χέρι τροµάζοντας
τον και τον σήκωσε να χορέψουν ένα θρακιώτικο που έπαιζε τώρα η ορχήστρα.
Μπήκαν στον κύκλο που είχε ήδη τρανέψει. Η Ιρλανδέζα προσπαθούσε να µάθει τα
βήµατα του χορού παρατηρώντας τα πόδια των διπλανών της. Μετά από µερικούς
γύρους από άτσαλα χοροπηδητά, τελείωσε επιτέλους το τραγούδι και αποφάσισαν να
καθίσουν.
- Πολύ καλά τα πήγες για πρώτη φορά αλλά πρέπει να κρατάς τον ρυθµό µέσα
σου. Είναι θέµα ρυθµού, της είπε ο Αντώνης µε ελαφρύ ειρωνικό τόνο.
-Πιστεύεις δηλαδή ότι δεν έχω ρυθµό. Ω! θα το µετανιώσεις για αυτό που
είπες. Για περίµενε λίγο, του είπε και σηκώθηκε από το τραπέζι και µε αργά βήµατα
πλησίασε την ορχήστρα. Ζήτησε το βιολί από το παιδί της κοµπανίας που εκείνος
αδυνατούσε να το κρατήσει µπροστά στην βόρεια καλλονή µε λυτό ένδυµα και µάτια
που γυάλιζαν από το κρασί. 

Ο Αντώνης αν µη τι άλλο τα ‘χασε, φοβούµενος την ανοχή της µικρής αυτής
κοινωνίας. Η Joahn έκατσε σε µια καρέκλα. Με άνετες κινήσεις που δήλωναν πως
ήξερε τι έπρεπε να κάνει, έφερε το µικρόφωνο κοντά της. Έκλεισε τα µάτια και
αφουγκράστηκε για λίγο την πατρίδα της.  Αποκοµµένη από το πλήθος που περίµενε
κάτι να ακούσει, η Joahn, φανταζόταν εικόνες. Έβλεπε, λιβάδια απέραντα
καταπράσινα και πάνω τους πανέµορφες φοράδες· παιχνιδιάρες και ελεύθερες. Τη
σηµαία της και τα σύµβολα των πολυετών αγώνων της. Της πολυπληθής πορείες και
διαδηλώσεις απέναντι σε πάνοπλους άγγλους στρατιώτες. Συµπλοκές και οδοµαχίες,
αίµα και τέλος είδε τους φίλους της, περήφανους και αεικίνητους, ξέροντας, πως ποτέ
δεν θα ξαναϊδωθούν...

Άρχισε τώρα να αγγίζει τρυφερά τις χορδές του βιολιού. Το βιολί στις πρώτες
κιόλας νότες δεν ήταν ίδιο όπως πριν. Είχε µεταµορφωθεί σε ένα τραγικό αοιδό που
αφηγούταν µε λυρισµό ιστορίες λύπης, πόνου και αρχοντιάς. Μιας αιµατοβαµµένης
εθνικής αξιοπρέπειας και ελπίδας για ανεξαρτησία. Το βιολί ήχησε την µικρή
εισαγωγή και σταµάτησε. Ησυχία υπήρχε. Ο κόσµος είχε σταµατήσει να µιλά και µε
προσοχή την κοίταζε. Εκείνη, άρχισε να τραγουδά. Η φωνή της βελούδινη,
εξωπραγµατική, χαµένη στων αιώνων τα µονοπάτια. Με αυθεντικότητα, µε
ανεβοκατεβάσµατα που µεθούσαν και λύγιζαν τους πιο σκληρούς δολοφόνους
ταγµένους σε αγώνες ντροπής και αισχύνης και µετά ξανά το βιολί να γίνεται ύψιστη
προσευχή στα χέρια ενός ξανθού παραδείσιου αγγέλου µε κόκκινα από το κρασί
µάγουλα· να έχει πάρει την µορφή όσιας σε ανυπέρβλητο άθλο. Και πάλι η φωνή της
να σχίζει τον αέρα, µήνυµα σαφές στους συµπατριώτες της αλλά και τους εχθρούς
της και τέλος το βιολί να παίρνει φλόγες και να ξεσπαθώνει σε εύθυµο τέµπο µε 
παραλήρηµα ευψυχίας για την απερχόµενη νίκη.
Ο κόσµος έµεινε εµβρόντητος από αυτό που άκουσε. Πως µπορεί να κρύβεται
τόσος πόνος και λύπη σε νότες στην ψυχή ενός εικοσάχρονου αγγέλου. Ό κόσµός την
ήξερε λίγο άλλα την θαύµασε πολύ. Η Joahn υποκλίθηκε και εισέπραξε ένα
θερµότατο χειροκρότηµα µε τα αλλεπάλληλα µπράβο που κράτησε για αρκετή ώρα. 
- Πως σου φάνηκε ο ρυθµός µου, είπε µε περηφάνια η Ιρλανδέζα για να
εισπράξει τα εύσηµα και από αυτόν.
Ο Αντώνης απλώς χαµογέλασε και κοκκίνισε από ντροπή για αυτά που είχε
πει.
 
Η ώρα είχε περάσει και ο κόσµος είχε αρχίσει να διαλύετε. Οι ταβέρνες
έκλειναν και τα φώτα χαµήλωναν, βυθίζοντας την παλιά πόλη σε έναν ήρεµο
λήθαργο. Θα την ξυπνούσαν ξανά τον επόµενο χρόνο, πιο όµορφη, πιο µαγική και
κατά ένα χρόνο ακόµα · πιο σοφή.
Η Joahn του ζήτησε να δει τον µύλο και το ποτάµι, αν αυτό του ήταν εύκολο.
Ο Αντώνης πολύ ευχαρίστως και στο ποτάµι θα έπεφτε για χάρη της, όχι απλώς να
την συνοδέψει µέχρι εκεί. Την οδήγησε στον παλιό ποταµόµυλο που βρισκόταν στο
µεγάλο πάρκο του Λυµνίου γαντζωµένος σε ένα ρέµα του Κόσινθου ποταµού. Το
ρέµα κινούσε την µεγάλη φτερωτή του πέτρινου µύλου που µε την σειρά της, µε
ξύλινα γρανάζια, γυρνούσε την µεγάλη στρόγγυλη πέτρα που κονιορτοποιούσε το
στάρι και το καλαµπόκι σε αλεύρι, κάποια εποχή.
Ο Αντώνης παρέσυρε την φίλη του πιο κάτω και έκατσαν στην πέτρινη
ενίσχυση της κοίτης του ποταµού για να αρµενίσουν το τοπίο. Το ποτάµι ήταν µε
προβολείς, ροµαντικά φωτισµένο από το ύψος της παλιάς πέτρινης γέφυρας έως την
σύγχρονη χαλύβδινη που η Εγνατία οδός περνούσε. Εκεί απόµειναν µονάχοι να
συνταξιδεύουν στο θαυµάσιο κόσµο τη πρώτης τους νιότης, στον κόσµο του αθώου
ερωτισµού αγνών καρδιών. Οι στιγµές κυλούσαν σαν το νερό του ποταµού και
ξέπλεναν αµαρτίες και ανασφάλειες.
Η Joahn δέχτηκε µε ευχαρίστηση την αγκαλιά που της προσέφερε ο Αντώνης.
Η βραδινή αύρα του ποταµού χάιδευε άχαρα το κορµί της. Έγειρε στην αγκαλιά του
σιωπηλά, µε τον ήχο των νερών του ποταµού να χτυπούν στις πέτρες σε ένα θόρυβο
που πολλαπλασιαζόταν από τον αντίλαλο του υπερυψωµένου τείχους του ποταµού.
- Τι είναι αυτά τα φώτα στο βουνό; τον ρώτησε και µε το χέρι της έδειξε τα
µοναστήρια ακροβολληµένα στης πλαγιές των βουνών. 
- Είναι παλιά γυναικεία µοναστήρια αφιερωµένα στην Παναγία, της είπε και
της έδειξε και τον µεγάλο φωτεινό σταυρό που έριχνε την χάρη του στην πόλη. 
- Κάποτε ήταν γεµάτα από καλόγριες, συνέχισε, µε έντονη ασκητική ζωή.
Από τις πολλές προσευχές και νηστείες των καλογριών η πόλη άγιασε και µια
γλυκύτητα τώρα συνόδευε· την κάθε της εκδήλωση. Μαζί µε την πόλη οµόρφυναν
όµως και οι άνδρες, τόσο που και οι ίδιες οι καλόγριες πλέον δεν άντεχαν και
κατέβαιναν σωρηδόν στην πόλη για να ζευγαρώσουν. Αυτοί ήταν οι πρόγονοί
µου…Η Joahn γέλασε µε την προσπάθεια του Αντώνη. Την βρήκε πολύ χαριτωµένη
την ιστορία αυτή και τον ίδιο πολύ γλυκό.  Τον κοίταξε φιλήδονα στα µάτια και αργά
το βλέµµα της κατέβηκε στα χείλια του. Έγειρε στην αναπνοή του και του έδωσε ένα
τρυφερό φιλί. Η σάρκα των χειλιών τους ακίδες που γέµιζαν της αισθήσεις µε όνειρα
και προσµονές στα κλειστά τους µάτια. Σβήνανε την δίψα της ζωής που δεν
γιατρευότανε.
 
Απόµειναν για λίγη ώρα ακόµα αγκαλιασµένη σε ερωτικό ταξίδι λύτρωσης
και ευχαρίστησης.  
Η Joahn αποµακρύνθηκε λίγο από την αγκαλιά του και διστακτικά του είπε:
- Θα πρέπει να γυρίσουµε στο ξενοδοχείο γιατί αύριο το πρωί θα φύγω µε την
παρέα µου για Θάσο.
Ο Αντώνης ένοιωσε να σβήνει. Την κοίταξε σαστισµένος, κλονισµένος,
ανήµπορος. Περίµενε ότι θα φύγει αλλά όχι τόσο σύντοµα. ∆εν µπορούσε να καταπιεί
εύκολα ένα τέτοιο γεγονός. Απογοητεύτηκε αφάνταστα από την κακή του τύχη,
αχάριστος που έζησε µια τέτοια περιπέτεια.
Η Joahn δάγκωσε τα χείλη της για το κακό που άθελα του προξένησε. Τον
είδε να βασανίζετε, πίνοντας και η ίδια, από το ίδιο πικρό ποτήρι.
Κατηφής και ανόρεχτος   πλέον, την συνόδευε στο ξενοδοχείο. Τα βήµατα του
είχαν βαρύνει, καθρεφτίζοντας την βαριά του καρδιά, η οποία είχε σχεδόν
σταµατήσει να πάλλεται. Κάθε τόσο σταµατούσε και σκεπτόµενος τον βίαιο χωρισµό
τους την αγκάλιαζε µε δύναµη. 
Έφτασαν στο ξενοδοχείο. Η Joahn του είπε να περιµένει δυο λεπτά και
κατεβαίνοντας του έδωσε ένα µακρύ ρολό από σκληρό χαρτί. Ο Αντώνης το
ξεδίπλωσε. Ήταν η ίδια η ζωγραφιά, από το σταυροδρόµι που συναντήθηκαν.
Ο Αντώνης την κρατούσε στα χέρια του σαν κειµήλιο ακριβό και εύθραυστο.
- Αφού δεν µπορούµε να είµαστε µαζί κράτα ένα κοµµάτι της ψυχής µου, του
είπε η Joahn µε θλίψη στην φωνή της.
- Όχι δεν γίνεται, της είπε τρυφερά ο Αντώνης, να την κρατήσεις εσύ για να
θυµάσαι τις όµορφες στιγµές µας, την παλιά πόλη και εµένα. 
- Αντώνη, µου χάρισες τόσες πολλές στιγµές να θυµάµαι που µπορώ να
ζωγραφίσω χιλιάδες πίνακες, µέχρι τα βάθη της ζωής µου, του είπε µε τα µάτια
φλογισµένα έτοιµα να δακρύσουν.
Αγκαλιάστηκαν στο σκοτάδι σαν παλιοί εραστές και χάθηκαν τα πάντα, για
πάντα… όλα· εκτός από την ζωγραφιά. 

Share |

3 σχόλια

image
Monika Vintage

Akoma taksideuo sti grafiki Ksanthi...Polu omorfa grammeni i istoria sou...exeis talento sti suggrafi!!!...isos gia diafimistiko na min tairiaze..alla gia vivlio einai katapliktiki!!!...Kai ego latreuo tin poli sou..alla den tha afina to oneiro na teleiosei tin idia nuxta pou to koitaksa katamata!!!!

Tuesday, November 17, 2009 - 22:35

image
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΥΛΛΑΣ

Μόνικα σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια ... αλλά δεν είναι πάντα στο χέρι μας να ζούμε το όνειρο μέχρι τέλος...αλλά το καταπληκτικό θα είναι να ζούμε έστω και κάποιες στιγμές του...όταν αυτές απλώς συμβαίνουν. Για μένα είναι μια ευχάριστη ιστορία...που θα μπορούσε και να είχε συμβεί!!!

Wednesday, December 9, 2009 - 12:25

image
athina starry

sas euxaristw polu gia ta kala sas logia!!! einai pragmath mia monadikh istoria!!! h alh8eia einai pws kai gw opote thn skeftomai suneidhtopoiw oti moiazei me hollywoodianh paragwgh!!! auto einai pou leme oti h texnh mimeitai th zwh.. h h zwh tn texnh??? euxomai oloi oi an8rwpoi n zhsoun kapote kati tetoio gt einai pragmatika monadiko!!! kai pali sas euxaristw polu!

Thursday, March 18, 2010 - 02:00

Post new Comment

Εγγραφή νέου χρήστη

User Login

close

Αν είστε ήδη εγγεγραμμένος, κάντε login

Αν δεν είστε ήδη εγγεγραμμένος, κάντε Register ή συνδεθείτε με