Η δική σου ιστορία αγάπης γίνεται ταινία.

lacta

Εγώ έμπνευση, εκείνη πηγή ζωής

Δεν πίστευα στα μάτια μου. Αρνιόμουν να παραδεχτώ, φέρνοντας ξανά και ξανά τη σκηνή στο μυαλό μου, πώς είναι δυνατό αντικρίζοντας έναν άνθρωπο, να νοιώθεις το χρόνο να σταματά, όλα γύρω να κινούνται σε αργούς ρυθμούς και τον αέρα να τυλίγει ένα πέπλο, ένα σύννεφο, σα να ζεις σε όνειρο.
Μέχρι τη στιγμή εκείνη, ήμουν ένας απόλυτα λογικός και βαθιά νυχτωμένος συναισθηματικά άνθρωπος, που με άλλοθι τη συναισθηματική μου αναπηρία,
πατούσα γερά στα πόδια μου και είχα τον πλήρη έλεγχο της ζωής μου.
Εσωστρεφής, κάθετος και ξερόλας από φύση, είχα μια μόνιμη τάση να ειρωνεύομαι και να χλευάζω ότι είχε να κάνει με έρωτα, πάθος και ρομαντισμό, χαρακτηρίζοντάς το ουτοπικό και υπερβολικό.
Τα πιστεύω μου και τη στάση ζωής μου όσον αφορά τις σχέσεις των δύο φύλλων, ότι δηλαδή δεν αξίζει τον κόπο να επενδύεις συναισθηματικά, καθώς και τ’ ότι τίποτα δεν έχει διάρκεια, ήρθε να επιβεβαιώσει ο ξαφνικός και αιφνίδιος θάνατος σε αυτοκινητιστικό της Άννας, της μοναδικής γυναίκας που κατάφερε να μείνει για τρία ολόκληρα χρόνια κοντά μου.  

Ντρεπόμουν να το παραδεχτώ ακόμα και στον ίδιο μου τον εαυτό, αλλά τα μόνα συναισθήματα που με κατέκλυσαν ήταν θυμός και πίκρα. Όχι να μου λείπει, όχι να
χάνω τον κόσμο γύρω μου δίχως αυτή. Θυμός για το πόσο άδικα τελείωσε η ζωή μιας νέας και όμορφης γυναίκας. Πίκρα, για την γκαντεμιά και την κατάρα της μοναξιάς, που κάποιος πάνω από μένα επέλεξε για μένα, έτσι ώστε ποτέ να μην μπορέσει να βρει λιμάνι και να ηρεμήσει η ψυχή μου.
Πιστεύοντας λοιπόν ακράδαντα πια, πως το γραμμένο μου είναι το να είμαι συναισθηματικά κενός, ακολούθησα το πεπρωμένο μου χωρίς αντίσταση, ζώντας μια ζωή ακόλαστη, χωρίς δεσμεύσεις και δίχως πάθη άξια να γυριστούν ερωτικές ταινίες,
Εκτός ίσως από τσόντες, που στο τέλος δεν θυμάσαι ούτε τ’ όνομα του ερωτικού σου παρτενέρ.
Τέτοιος άνθρωπος ήμουν μέχρι τη στιγμή που την είδα για πρώτη φορά, καθισμένη στην αίθουσα υποδοχής της εταιρείας που διηύθυνα, να παίζει αμήχανα τα χέρια της και να στρώνει κάθε λίγο τη φούστα της κάτω απ’ το γόνατο.
Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου προσπαθώντας να συνέρθω και να δω ξανά την κίνηση του γραφείου στους φυσιολογικούς ρυθμούς, καθώς και για να διώξω το ροζ συννεφάκι που ξαφνικά άρχισε να τυλίγει την ατμόσφαιρα γύρω μου.
Όσο πιο διακριτικά μπορούσα ρώτησα την κοπέλα που δούλευε στη ρεσεψιόν, ποιά είναι.

Τα πιο εκφραστικά μάτια που είχα συναντήσει ποτέ, έπεσαν πάνω μου για μια στιγμή κι αμέσως στράφηκαν αμήχανα αλλού, μόλις εκείνη αντιλήφθηκε ότι εγώ δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα δικά μου από πάνω της.
Η ρεσεψιονίστ μου απάντησε πως ήταν γραφίστρια και πως περίμενε να περάσει από συνέντευξη για να πιάσει δουλειά στην εταιρεία.
Δε μπορούσα να σκεφτώ τίποτ’ άλλο παρά μόνο ότι έπρεπε πάση θυσία να την ξαναδώ! Δεν είχε καμία σημασία το αν ήταν καλή στη δουλειά της ή το αν είχε τα κατάλληλα προσόντα για τη θέση!
Για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν ήμουν αμερόληπτος και αποφάσισα να χρησιμοποιήσω την επιρροή μου στον υπεύθυνο προσωπικού που εκείνη θα συναντούσε σε λίγο για να περάσει από συνέντευξη.

Και τα κατάφερα! Την ερχόμενη Δευτέρα θα ξεκινούσε να δουλεύει κοντά μου, δίπλα μου, γύρω μου.
Ο χρόνος δεν περνούσε και δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ σε τίποτα. Ήμουν ένας διευθυντής παραγωγής στη διαφημιστική εταιρεία που εργαζόμουν τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής μου, που από πετυχημένος και δημιουργικός επαγγελματίας, κατάφερα να γίνω ένας μονίμως αφηρημένος και ανίκανος για οποιαδήποτε επαγγελματική απόφαση και πρωτοβουλία άνθρωπος.
Είναι πραγματικά ανεξήγητο και σε κάνει να πιστεύεις πως τελικά υπάρχει κάποια ανώτερη δύναμη που μας κυβερνά, το γεγονός ότι ανάμεσα σε εκατοντάδες, χιλιάδες ανθρώπους που συναντάς και συναναστρέφεσαι, μπορεί κάποια  ανύποπτη στιγμή να δεις μπροστά σου εκείνον που θα μιλήσει μέσα σου και που θα σε μεταμορφώσει σε κάποιον άλλο, που μέχρι τη στιγμή εκείνη αγνοούσες την ύπαρξή του.
Ο καινούριος λοιπόν Αντρέας, δηλαδή εγώ, ήταν ερωτευμένος κεραυνοβόλα με μια γυναίκα που δε γνώριζε καν και που δεν είχε ανταλλάξει την παραμικρή κουβέντα μαζί της.
Ο παλιός, πάλι εγώ, ήταν σε πλήρη σύγχυση, μη μπορώντας να εξηγήσει λογικά αυτό που του συνέβαινε.
Και η πολυπόθητη Δευτέρα έφτασε!

Καθισμένος στο γραφείο μου προσπαθούσα να βρω μια καλή δικαιολογία για να κατέβω στο δικό της και να συστηθώ όταν…χτύπησε η πόρτα.
- Συγνώμη που ενοχλώ…δεν θα σας καθυστερήσω πολύ, είπε δειλά η γυναίκα
των ονείρων μου.
Τελικά υπάρχει Θεός και ίσως και να χει αρχίσει να μ’ αγαπά, ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα, βλέποντάς την να στέκεται και να με κοιτάζει αμήχανα απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα του γραφείου μου.
     - Περάστε μέσα, είπα προσπαθώντας να δείχνω χαλαρός και ήρεμος, παρόλο που η καρδιά και όλο το νευρικό μου σύστημα έπαιζαν ντραμς.
     - Να συστηθώ…Λίζα Μαρκάτου, είπε η μούσα μου προτείνοντας μου το χέρι της.
Αντιγύρισα τις συστάσεις και τη χειραψία με κίνδυνο να προδώσω τον ίδιο μου τον εαυτό και την έκρηξη που έγινε μέσα μου αγγίζοντάς την, έστω και τυπικά.
     - Ήθελα απλά να σας ευχαριστήσω που μεσολαβήσατε τη μέρα της συνέντευξής μου για να πάρω τη θέση. Την είχα πραγματικά μεγάλη ανάγκη αυτή τη δουλειά.   Ήταν  πολύ ευγενικό εκ μέρους σας…αν και…δεν έχω καταλάβει το λόγο που το κάνατε. Θέλω να πω κι ελπίζω να μην παρεξηγηθώ, ότι ούτε καν γνωριζόμαστε…είπε η Θεά μου και μ’ αιφνιδίασε.
Προσπαθώντας να φανώ όσο το δυνατό λιγότερο ηλίθιος της απάντησα:
     -  Μα είχα ήδη διαβάσει το βιογραφικό σας. Είχατε τις κατάλληλες συστάσεις και πληρούσατε όλα τα τυπικά προσόντα για τη θέση. Από κει και πέρα είδα μια  αξιοπρεπή παρουσία που θα μπορούσε να ενσωματωθεί και να ταιριάξει απόλυτα με το δυναμικό της εταιρείας. Οπότε δε βρήκα το λόγο να αναλωθούμε παραπάνω ψάχνοντας, είπα νοιώθοντας τη μύτη μου να μεγαλώνει από το ψέμα.
Την παρακολουθούσα κλεφτά, μια και απέφευγα το βλέμμα της καθώς μιλούσα, να αμφισβητεί την κάθε μου λέξη.
     - Όπως και να χει,  ένοιωσα την ανάγκη να σας ευχαριστήσω, είπε εκείνη χαμογελώντας ευγενικά.

΄Άφησα τον αέρα που κρατούσα στα πνευμόνια μου να βγει με θόρυβο, βλέποντάς την να κλείνει την πόρτα πίσω της καθώς έβγαινε από το γραφείο μου.
Δεν ήξερα τι να κάνω. Δε μπορούσα ν’ αποφασίσω αν ήθελα να πλακώσω τον υπεύθυνο προσωπικού και κολλητό μου φίλο στις μπουνιές ή να τον φιλήσω που της ανέφερε τ’ όνομά μου και τη μεσολάβησή μου για την πρόσληψή της.
Μετά απ’ αυτή τη διφορούμενα επιτυχημένη ή όχι πρώτη μας επαφή, ακολούθησαν και άλλες πολλές. Στην αρχή όλα μεταξύ μας ήταν τυπικά επαγγελματικά, κάτι που απ’ τη δική της πλευρά γινόταν προφανώς αυθόρμητα, ενώ αντιθέτως από τη δική μου, με μεγάλο κόπο και προσπάθεια για να μη δείξω τα συναισθήματά μου.
Με τεράστια δυσκολία κατάφερνα να τραβήξω το βλέμμα μου από πάνω της όταν η οποιαδήποτε επαγγελματικής φύσης συνομιλία μας έφτανε στο τέλος της. Δεν ήταν λίγες οι φορές που με τσάκωνε να την κοιτάζω σαν τον κλέφτη που μένει έκθαμβος μπροστά στη θέα πολύτιμων πετραδιών.
Στην αργή βιαζόταν να γυρίσει το βλέμμα της αλλού, δίνοντάς  την εντύπωση ότι δεν καταλαβαίνει ή ότι απλά αδιαφορεί για το ενδιαφέρον μου. Όσο όμως περνούσε ο καιρός και εξοικειωνόμασταν όλο και περισσότερο δουλεύοντας μαζί, άρχισα να βλέπω και στη δική της ματιά κάποια φλόγα, αχνή και φιλάρεσκη στην αρχή, έντονη και ικανή ν’ ανάψει πυρκαγιά αργότερα.

Αυτό ήταν το σύνθημα που περίμενα! Δε χρειαζόταν τίποτα περισσότερο για να πάρω φωτιά και να καώ ζωντανός, όπως τελικά αποδείχτηκε αργότερα.
Τρελός από επιθυμία, γυρνούσα γύρω της όπως η μέλισσα γύρω απ’ τ’ ανθισμένα μυρωδάτα λουλούδια την άνοιξη. Δεν άφηνα καμία  ευκαιρία ανεκμετάλλευτη  για να βρίσκομαι δίπλα της. Να την κοιτάζω να δαγκώνει το μηχανικό της μολύβι φτιάχνοντας μια μακέτα, να την ακούω να με ρωτάει με αγωνία αν μου αρέσουν τα τελικά της σχέδια, ν’ αγγίζω κρυφά το κοκκινάδι απ’ το κραγιόν που άφηναν τα χείλη της στην κούπα του καφέ που έπινε και που ήταν ακουμπισμένος πάνω στο γραφείο της.
Κι όταν τελικά η βόμβα που κρατούσα καιρό μέσα μου έσκασε και της ζήτησα να βγούμε για φαγητό, εκείνη μου απάντησε με μία ατομική, παρόμοια με κείνη της Χιροσίμα. Τόσο καταστροφική την αισθάνθηκα!
     - Θα έρθει να με πάρει ο άντρας μου σήμερα για φαγητό όταν σχολάσω. Ίσως κάποια άλλη φορά, είπε εκείνη με ύφος απολογητικό, σα να μου χρωστούσε εξηγήσεις.

Δεν έμεινα ν’ ακούσω τίποτα άλλο. Σαν το σκυλί, με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια, τη χαιρέτησα και έφυγα από το γραφείο της. Σε κάθε μου βήμα μούντζωνα τον εαυτό μου που θεώρησα περιττό το να διαβάσω το βιογραφικό της σημείωμα όταν πρωτοήρθε στην εταιρεία, έτσι ώστε να είμαι ενήμερος για την οικογενειακή της κατάσταση. Τι πίστεψα ο βλάκας; Ότι επειδή εγώ τρελάθηκα όταν την είδα, εκείνη θα ήταν εύκαιρη και διαθέσιμη;
Και όπως πληροφορήθηκα αργότερα και από τον Τάκη ,το φίλο και συνάδερφο που του ζήτησα να μεσολαβήσει για  να την προσλάβουμε, είχε κι ένα αγοράκι οχτώ χρονών.
Έπινα το τρίτο κατά σειρά ποτό έχοντας καταρρεύσει στο πρώτο μπαρ που βρήκα μπροστά μου βγαίνοντας από τη δουλειά παρέα με τον Τάκη και προσπαθούσα να ηρεμήσω και να συνέρθω απ’ το σοκ, ακούγοντάς τον να μου λέει:
     - Μου φαίνεται απίστευτο ότι δεν το ήξερες! Το είχα καταλάβει ότι έπαθες χοντρή πλάκα μαζί της γιατί σε ξέρω χρόνια και ομολογώ ότι δε σ’ έχω ξαναδεί να κάνεις έτσι για γυναίκα, αλλά νόμιζα πως ήξερες που πήγαινες να μπλέξεις…
   ΄Έκανα μέρες να συνέρθω. ΄Εμενα πεισματικά κλεισμένος στο γραφείο μου εν ώρα δουλειάς, αναγκάζοντας τους συνεργάτες μου να έρχονται εκείνοι να με βρουν για ότι χρειάζονταν. ΄Έβγαινα μόνο όταν ήταν κάτι απολύτως αναγκαίο, τρέμοντας στην ιδέα ότι μπορεί να τη συναντήσω και να χρειαστεί να της μιλήσω ξανά.
   ΄Ενοιωθα προδομένος. Λες και ήταν δική μου γυναίκα και την έπιασα επ’ αυτοφώρω στο κρεβάτι να με κερατώνει με τον καλύτερό μου φίλο.
   Αποφάσισα να ξαναγυρίσω στους φυσιολογικούς ρυθμούς της ζωής μου και να ξαναβρώ τον παλιό καλό εαυτό μου. Εκείνο τον αλήτη που δεν ανήκει πουθενά και που δεν αισθάνεται τίποτα για κανένα. Εκείνο το ρεμάλι που γυρίζει κάθε βράδυ με φίλους στα μπαρ και που ψωνίζει γκόμενες χωρίς δεσμεύσεις για ένα βράδυ και που δεν θυμάται ούτε τ’ όνομά τους την επομένη το πρωί.
Και τον βρήκα. Μόνο που μάλλον το παράκανα γιατί οι μαύροι κύκλοι γύρω απ’ τα μάτια μου απ’ το ξενύχτι, τα τσιγάρα και το αλκοόλ ήταν εμφανή πια πάνω μου. ΄Ημουν άρρωστος και στην ψυχή και στο σώμα. Για πρώτη φορά πονούσε η καρδιά μου, σπάραζε.

Το αναπόφευκτο δεν άργησε να γίνει και ήρθε η στιγμή που τη συνάντησα ξανά.
Ηρθε στο γραφείο μου για να μου δείξει τις μακέτες της διαφημιστικής καμπάνιας που δουλεύαμε εκείνο το διάστημα, για να επιλέξω την τελική.
Με ύφος αδιάφορο και κενό, τις άπλωσα στο γραφείο μου και άρχισα να τις περιεργάζομαι, χωρίς να της προτείνω να καθίσει.
Τότε έγινε το μοιραίο! Τα χέρια μας άγγιξαν τυχαία καθώς σχολιάζαμε κάποιο απ’ τα σχέδια που ήταν σκορπισμένα στο γραφείο. Σα να μας χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, τα τραβήξαμε και οι δύο πίσω απότομα και κοιταχτήκαμε στα μάτια. Δυο ζευγάρια μάτια, το ένα πληγωμένο, με σημάδια κούρασης και αγρύπνιας, το άλλο υγρό, γεμάτο αντιφατικά συναισθήματα και υπονοούμενα, ήταν καρφωμένα το ένα απέναντι στο άλλο και αντάλλασσαν μυστικά μηνύματα.
Νόμιζα ότι θα πνιγώ από ευτυχία τη στιγμή που διαπίστωσα, πως κι εκείνη είχε αισθήματα για μένα.
Πρώτη φορά στη ζωή μου ένοιωθα τόσο γεμάτος, τόσο πλήρης!
Σα να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, σηκώθηκα απ’ τη θέση μου, πήγα δίπλα της, την αγκάλιασα και τη φίλησα, αδιαφορώντας για τα πάντα γύρω μου.
Ηταν σοκ για μένα ο τρόπος που ανταποκρίθηκε και που ανταπέδωσε το φιλί μου.
Μέχρι τη στιγμή εκείνη ήμουν εγώ ο τρελός για κείνη, ο κυνηγός, ο κλέφτης, ο κατακτητής κι εκείνη το θύμα της δύναμής μου. Το πάθος της όμως μ’ έκανε να νοιώσω λίγος και αδύναμος.

Κι έτσι απλά κι ανυποψίαστα, πέσαμε στον τυφώνα του έρωτά μας και τον αφήσαμε να μας παρασύρει στην δίνη του, αψηφώντας τις ζημιές, τις συνέπειες και το που θα μπορούσε να μας βγάλει.
Οι μέρες κυλούσαν σα νερό και οι δυο μας ήμασταν αχώριστοι και απόλυτα παραδομένοι σ’ αυτό που μας συνέβαινε, μη μπαίνοντας στον κόπο να το εξηγήσουμε λογικά. Εβγαινε από μέσα μας αυθόρμητα, πηγαία, σα να είχαμε έρθει στον κόσμο αυτό για να βρεθούμε και να είμαστε μαζί.
Περνούσαμε ώρες πολλές εντός και εκτός δουλειάς, όταν και όποτε αυτό ήταν εφικτό για κείνη και μιλούσαμε για τα πάντα.
Δε θυμόμουν ποτέ στη ζωή μου να έχω ανοιχτεί σε άλλον άνθρωπο τόσο πολύ, μιλώντας για τον εαυτό μου, τους φόβους, τα όνειρα και τις ανασφάλειές μου.
Ακόμη και με την ΄Αννα την άτυχη κοπέλα που σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό, με την οποία ζούσαμε χρόνια μαζί στο ίδιο σπίτι, δεν ένοιωσα ποτέ τόσο κοντά,όσο με τη Λίζα, που μόλις είχα γνωρίσει.
  
Όλα μεταξύ μας ήταν τόσο φυσικά, τόσο αβίαστα, που μου φερνε δάκρυα στα μάτια η σκέψη του πόση απ’ τη ζωή μου πήγε χαμένη, πριν τη συναντήσω.
Στα σαράντα μου χρόνια ανακάλυψα το πραγματικό νόημα της ζωής, που δεν ήταν άλλο απ’ αυτή την ολοκληρωτική και απόλυτη παράδοση σ’ έναν παράφορο έρωτα δίχως λογική.
Η παρουσία της, η φωνή της, η μυρωδιά της, το άγγιγμά της, έσταζαν βάλσαμο σε όποιον πόνο μπορεί να είχα νοιώσει μέχρι τη στιγμή εκείνη.
Το παράδοξο ήταν, πως μέσα σ’αυτό το ντελίριο της αγάπης μου για κείνη, ένοιωθα πόνο για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά αισθανόμουν πραγματικά, με πλήρη διάσταση των αισθήσεων. Όλα είχαν νόημα πια για μένα και μου βγάζανε συναίσθημα. Τα καψούρικα τραγούδια που μιλούν για χωρισμό κι ανεκπλήρωτες αγάπες, ο ήχος της βροχής ένα μελαγχολικό απόγευμα που δεν μπορούσα να την έχω κοντά μου, η αίσθηση της γλυκιάς προσμονής όταν την περίμενα να έρθει κρυφά στο διαμέρισμά μου, ο βασανιστικός πόνος της μοναξιάς και της απώλειας όταν έπρεπε να βγει απ’ την αγκαλιά μου για να γυρίσει στο σύζυγο και το παιδί της.
Όταν ήμασταν μαζί υπήρχα μόνο για κείνη κι όταν δεν ήμασταν, καθόμουν  για ώρες ατέλειωτες να σκέφτομαι και να φέρνω ξανά και ξανά στο μυαλό μου τις στιγμές μας.
Σαν ανώμαλο φρικιό μύριζα τα ρούχα και τα εσώρουχα που κρατούσα από πάνω της όταν έφευγε από κοντά μου για να κρατήσω τη μυρωδιά της.
Σαν τον ψυχάκια, χάιδευα τα σεντόνια που λίγο πριν φύγει σπαρταρούσε κι έριχνε τους χυμούς και τον ιδρώτα της πάνω τους, παραδομένη στον έρωτα που της έκανα σαν τον τρελό ξανά και ξανά.
Μέσα στην παραφροσύνη μου άκουγα τη φωνή της να φωνάζει τ’ όνομά μου τη στιγμή της πληρότητας και της ολοκλήρωσής της σαν ηχώ, ακόμη και αφού είχε περάσει η στιγμή και δεν ήμασταν πια μαζί.
Μα δεν ήταν μόνο το γυμνό κορμί της που μ’ απογείωνε και που μ’ έκανε να νοιώθω πως κάνω έρωτα σε γυναίκα για πρώτη φορά με την ψυχή και το σώμα μου.
Ήταν κι άλλα πολλά…΄Ηταν η αγκαλιά που μέσα της ήθελα να πεθάνω. Ήταν η χροιά της φωνής της που με γαλήνευε. Ήταν τα μεγάλα καστανά μάτια που μέσα τους έβλεπα τον εαυτό μου για πρώτη φορά. Ήταν ο άνθρωπος που μ’ έκανε να θέλω να γίνομαι καλύτερος κοντά του, για να τον ευχαριστώ και για να τον κάνω ευτυχισμένο.
     - Σου έφερα κάτι για να δεις και να μου πεις τη γνώμη σου, μου είπε κάποιο απόγευμα που ήρθε στο σπίτι μου στα κλεφτά.
Μέσα από έναν φάκελο έβγαλε ένα σχέδιο και μου το έδειξε.
«Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ», είχε τίτλο. Ήταν μια σειρά από σκίτσα, σαν εικονογραφημένο, όπου εκτυλισσόταν μια ιστορία αγάπης.
΄Ενας άντρας και μια γυναίκα στην πρώτη εικόνα, ο καθένας μόνος χαζεύουν σε διαφορετικά μέρη το ίδιο ηλιοβασίλεμα. Στην επόμενη εικόνα συναντιούνται, στην επόμενη πιάνονται απ’ το χέρι, στην επόμενη ερωτεύονται και φιλιούνται και στην τελευταία βλέπουν μαζί αγκαλιασμένοι αυτή τη φορά κάποιο ηλιοβασίλεμα.

Το απόγευμα εκείνο δεν κάναμε έρωτα κυριολεκτικά. Αγαπηθήκαμε με τα  μάτια με τις λέξεις, με την ψυχή και την καρδιά να ζουν το μεγαλείο των αισθήσεων σε όλη του την ένταση, καθώς δυο άνθρωποι μοιράζονται τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους, τα πιο κρυφά, εκείνα για τα οποία μιλούν για πρώτη και τελευταία ίσως φορά.
΄Ετσι ένοιωθα καθώς την άκουγα να μιλάει για τ’ όνειρό της ν’ ασχοληθεί με τη ζωγραφική. Να φτιάχνει έργα και να τα εκθέτει σε γκαλερί. Κάτι με το οποίο δεν μπόρεσε μέχρι τη στιγμή εκείνη ν’ ασχοληθεί, καθώς την παρέσυρε η καθημερινότητα και οι υποχρεώσεις της ζωής της.

Την άκουγα να μου λέει πως την έκανα εγώ να θυμηθεί τα όνειρά της, που τα είχε καταχωνιάσει εδώ και χρόνια, παρασυρμένη απ’ τη ρουτίνα της ζωής, χωρίς να το χει συνειδητοποιήσει. Την άκουγα να μου λέει ότι ζούσε σα ζωντανή νεκρή πριν με γνωρίσει, χωρίς ν’ αντιλαμβάνεται πως δε ζει πραγματικά, αφού από συνήθεια σ’ έναν τρόπο ζωής, δε μπορούσε να καταλάβει τη διαφορά. Την άκουγα να λέει βουρκωμένη πόσο άδικο ήταν για κείνη που δε μπορούσε να με σκέφτεται όπως εγώ τις ώρες που δεν ήμασταν μαζί, μια που έπρεπε να προσποιείται και να λέει ψέματα μέσα στο ίδιο της το σπίτι.
Την άκουγα να μου εκμυστηρεύεται το πόσο αβάσταχτο ήταν πια για κείνη, να μοιράζεται το ίδιο κρεβάτι με κάποιον άλλο άντρα, πέρα απ’ αυτόν που αγαπά πραγματικά. Την έβλεπα να κλαίει απελπισμένη απέναντί μου, νοιώθοντας να έχει φτάσει σε αδιέξοδο και να μην ξέρει πια τι να κάνει.
Δυο χρόνια είχαν περάσει από κείνη την πρώτη φορά που την είδα ξαφνικά μπροστά μου κι όλα άλλαξαν για μένα για πάντα. Δυο ονειρικά χρόνια για μένα, που έπαιρνα, ρουφούσα, απολάμβανα και αντλούσα ζωή από κείνη, δίχως ν΄αντιλαμβάνομαι το τίμημα αυτής της σχέσης, που πλήρωνε μόνο η Λίζα.
Όχι ότι για μένα ήταν εύκολο να την αποχωρίζομαι απ’ την αγκαλιά μου, να τη συναντώ με προϋποθέσεις ή να νοιώθω πως πεθαίνω απ’ τον πόνο στην ιδέα και μόνο ότι τη μοιράζομαι με κάποιον άλλο.
Όλα αυτά όμως φάνταζαν ανούσια και μηδαμινά μπροστά στο μαρτύριο που περνούσε εκείνη για να κρατήσει αυτή τη σχέση και για να είναι μαζί μου. Κάτι που ποτέ όλο αυτό τον καιρό που ήμασταν μαζί, μέχρι τη στιγμή που μου το είπε κατάμουτρα, είχα αναλογιστεί.
Πόσο άθλιος και εγωιστής στάθηκα, ακόμα και απέναντι στη μοναδική γυναίκα που αγάπησα!
Εφτασε λοιπόν η στιγμή να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση. Και την πήραμε.
Εκείνο το απόγευμα που μπήκε στο σπίτι μου, κάθισε στον καναπέ μου και μου άνοιξε την καρδιά της. Εκείνο το απόγευμα που μου χάρισε την « ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ»…όπως την ονειρευόμασταν τουλάχιστον μέχρι τότε.

Τίποτα δε με σταματούσε πια, τουλάχιστον έτσι πίστευα. Ζούσα μέσα στη γλυκιά προσμονή που θα μας έφερνε για πάντα μαζί σαν κανονικό ζευγάρι, όταν εκείνη θα ζητούσε απ’ τον άντρα της να χωρίσουν.
Οι μέρες περνούσαν και περιμέναμε την κατάλληλη στιγμή για να ξεκαθαρίσουν όλα… όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα του διαμερίσματός μου.
Ποιός νόμιζα ότι είμαι, ώστε να διαλύσω με τόση ευκολία και χωρίς δεύτερη σκέψη μια οικογένεια στην οποία υπάρχει κι ένα παιδί, που χρειάζεται και τους δύο γονείς του μαζί; Με ρώτησε, κοιτώντας με κατάματα, ο άντρας που μπήκε τσαμπουκαλεμένος μέσα στο σπίτι μου.
Κι εγώ…δε βρήκα τίποτα να του απαντήσω, γιατί όλο το δίκιο του κόσμου ήταν με το μέρος του.
Με ποιό δικαίωμα αλήθεια, σκεφτόμενος και πάλι τον εαυτό μου και μόνο αυτόν, διέλυα τη ζωή και την οικογένεια ενός άντρα, που δε διέφερε και πολύ από μένα, εκτός ίσως απ’ το ότι εκείνος ήξερε πολύ πριν από μένα τι ήθελε και που ήταν αποφασισμένος  να παλέψει γι αυτό και να το διεκδικήσει μέχρι τέλους.
Το χτύπημα αυτό στην πόρτα μου τη μέρα εκείνη, ήταν ο λόγος που εγκατέλειψα το σπίτι, τη δουλειά και την πόλη που ζούσα, αφήνοντας πίσω μου μόνο ένα σημείωμα με παραλήπτη την κυρία Λίζα Μαρκάτου  που έλεγε: «Θα σε θυμάμαι για πάντα! Σ’ ευχαριστώ που μου ξύπνησες τις αισθήσεις»!
Πέρα απ’ αυτό δεν άφησα απολύτως κανένα άλλο ίχνος ζωής και περιθώριο για περαιτέρω εξηγήσεις.

Πέρασαν χρόνια πολλά, μέσα στα οποία μεγάλωσα, ωρίμασα, ξεθώριασα, σκότωσα την καρδιά μου για να μην πονά, παντρεύτηκα και απέκτησα και δύο παιδιά.
Ζούσα στην Αθήνα τα τελευταία πέντε χρόνια και είχα καταφέρει να χαράξω μία φυσιολογική, σύμφωνα με τα κοινωνικά δεδομένα πορεία, η οποία είχε μια σταθερή και αξιοπρεπή δουλειά και μία ήρεμη , χωρίς ιδιαίτερα πάθη σχέση με τη γυναίκα μου.
Ένα απόγευμα του Δεκέμβρη, που μόλις είχα σχολάσει απ’ τη δουλειά και ήμουν καθ’ οδόν για το σπίτι μου, κάτι τράβηξε την προσοχή μου και μ’ έκανε να σταματήσω το γρήγορο βηματισμό μου.
Μια μεγάλη πινακίδα κρεμόταν ξεδιάντροπα στη βιτρίνα μιας πολυτελούς γκαλερί κι έγραφε: « ΣΤΙΣ 28 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ, ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΛΙΖΑΣ ΜΑΡΚΑΤΟΥ».
Το στομάχι μου συσπάστηκε και η καρδιά μου χτύπησε, μετά από πολύ καιρό, ξανά δυνατά. Νόμιζα ότι θα πάθω εγκεφαλικό!
Δυο μεταφορείς που ξεφόρτωναν πίνακες από ένα φορτηγό μου φώναξαν, κοιτάζοντάς με άγρια να κάνω στην άκρη, γιατί τους έκλεινα τον δρόμο.
Ξαφνιασμένος, έκανα ένα απότομο βήμα προς τα πίσω για να φύγω απ’  το δρόμο τους, όταν το  ύφασμα που κάλυπτε το έργο που κουβαλούσαν έπεσε και αποκαλύφτηκε μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου το θέμα του.

Ηταν μια ιστορία αγάπης σχεδιασμένη στον ίδιο πίνακα σαν εικονογραφημένο.
Στην πρώτη εικόνα, ένας άντρας και μια γυναίκα, ο καθένας μόνος και σε διαφορετικό μέρος χαζεύουν ένα ηλιοβασίλεμα. Στην επόμενη συναντιούνται και πιάνονται απ’ το χέρι κοιτώντας ο ένας τον άλλο στα μάτια. Στην επόμενη ερωτεύονται και φιλιούνται ευτυχισμένοι. Στην επόμενη εκείνος γυρνά την πλάτη στη γυναίκα και φεύγει. Στην επόμενη εκείνη κρατά την πληγωμένη της καρδιά στα χέρια, σπασμένη σε κομμάτια και πεθαίνει. Στην τελευταία, ο άντρας πάλι μόνος, χαζεύει κάποιο ηλιοβασίλεμα. Ένα δάκρυ κυλά στα μάτια του.

Αυτή λοιπόν είναι «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ».
Μια ιστορία που τίποτα δεν είναι τυχαίο και που όλα είχαν το λόγο τους για να γίνουν όπως έγιναν.
Γιατί εγώ ήμουν για κείνη έμπνευση για να πραγματοποιήσει τ’ όνειρό της κι εκείνη για μένα…εκείνη για μένα, πηγή ζωής, πίστη κι ανάσταση αισθήσεων.

Share |

1 σχόλιο

image
Ira Moody

Απίστευτη ιστορία...και μεγάλο το κουράγιο για να παρθεί μια τέτοια απόφαση ζωής...
Είναι τόσες τελικές οι ιστορίες που επιβεβαιώνουν ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο...και ότι το όνειρό σου οφείλεις να το κυνηγάς...ακόμα κι αν στο τέλος μείνει ανολοκλήρωτο

Sunday, December 6, 2009 - 22:14

Post new Comment

Εγγραφή νέου χρήστη

User Login

close

Αν είστε ήδη εγγεγραμμένος, κάντε login

Αν δεν είστε ήδη εγγεγραμμένος, κάντε Register ή συνδεθείτε με