Η δική σου ιστορία αγάπης γίνεται ταινία.

lacta

Αφιερωμένο στον Θάνο

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν η Μαρίλια. Μία όμορφη και λαμπερή γυναίκα γύρω στα 30, ταλαντούχα συγγραφέας ρομαντικών βιβλίων, εκ των οποίων τα περισσότερα έχουν γίνει best-seller. Ως λάτρης των παραμυθιών, αλλά και όλων των ιστοριών που κρύβουν μεγάλους και παράφορους έρωτες, πάντα ονειρευόταν να βρει και εκείνη τον δικό της πρίγκιπα που θα την ταξιδέψει σε έναν μαγικό κόσμο, όπου θα επικρατούν μόνο η αγάπη, η ευτυχία, ροζ συννεφάκια και μοβ βιολέτες, το αγαπημένο της λουλούδι.
     Έπειτα από τρία επιτυχημένα μυθιστορήματα τα οποία μεταφράστηκαν και σε άλλες γλώσσες, αγγίζοντας έτσι την καρδιά περισσοτέρων γυναικών σε όλο τον πλανήτη, συμφώνησε με τον εκδοτικό της οίκο να κάνει ένα διάλειμμα, μέχρι να προχωρήσει στη συγγραφή κάποιας νέας δουλειάς.
     Το πατρικό της σπίτι, σε ένα χωριό κάπου στη Βόρεια Ελλάδα, με απίστευτες πεδιάδες, αλλά και λιμνούλες να απλώνονται μπροστά στα πόδια της, αποτελούσε το ιδανικό μέρος για την σωματική, αλλά και πνευματική της ξεκούραση. Εκεί μόνο θα μπορούσε, να βρει την ησυχία που αναζητούσε εδώ και καιρό. Να χαλαρώσει και να καθαρίσει εντελώς το μυαλό της από έγνοιες και επαγγελματικές σκοτούρες, μέχρι να νιώσει η ίδια έτοιμη για να γυρίσει πίσω, στη ζούγκλα.
     Ήρθε πολύ πιο κοντά με την οικογένεια της, βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού, αλλά και στα χωράφια και έδειχνε συνεχώς να το απολαμβάνει. Το χαμόγελο από το πρόσωπο της, δε μπορούσε να σβήσει με τίποτα. Είχε ξαναβρεί τον εαυτό της και φαινόταν ήρεμη. Κάτι που τη βοήθησε ιδιαίτερα, όταν ξαφνικά άρχισαν να της έρχονται νέες ιδέες στο μυαλό, σχετικά με τη νέα της δουλειά. Ήταν χαρούμενη που η έμπνευση δεν την είχε εγκαταλείψει ποτέ και είχε μεγάλη ανυπομονησία να στρωθεί και πάλι στο γράψιμο. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να οργανώσει τις σκέψεις της, να το επεξεργαστεί λίγο καλύτερα και στη συνέχεια θα μπορούσε να αφιερωθεί ολοκληρωτικά σε αυτό.
     Μία βόλτα στο βουνό, όπου φυτρώνουν και οι λατρεμένες της βιολέτες, ήταν η ιδανική ευκαιρία να βάλει το μυαλό της να οργιάσει ακόμα περισσότερο. Ένα βουκολικό τοπίο σαν το συγκεκριμένο ήταν ό,τι καλύτερο για την φαντασία της, ώστε να γίνει ακόμα πιο ζοφερή. Το βασικό της θέμα ήταν «ένας δυνατός έρωτας που γεννήθηκε κάτω από περίεργες και κωμικοτραγικές συνθήκες, για να μείνει για πάντα».  Είχε πλάσει σχεδόν όλη την ιστορία στο κεφάλι της, αλλά το μόνο που της έλειπε ήταν Εκείνος. Ο ήρωας της. Δεν ήξερε πώς να τον περιγράψει. Τι θα είναι, πώς θα είναι. Και στα τρία προηγούμενα βιβλία της, είχε δανειστεί χαρακτηριστικά από τον άντρα των ονείρων της. Από την εξωτερική του εμφάνιση, μέχρι τον τρόπο συμπεριφοράς και τις συνήθειες που επιθυμούσε να έχει. Το είχε εξαντλήσει το θέμα και θα γινόταν γραφική. Η επανάληψη θα κούραζε τους αναγνώστες, οι οποίοι θα αντιλαμβάνονταν χωρίς ιδιαίτερο κόπο πως πρόκειται για κάτι μη ρεαλιστικό που απλώς της έχει γίνει εμμονή.
     Ήθελε έναν πραγματικό ήρωα, έναν μοντέρνο αλλά υπαρκτό πρίγκιπα να δώσει σάρκα και οστά στο δικό της παραμύθι, κάνοντας πολλούς ανθρώπους να ερωτευτούν μαζί της.
     Κρατώντας ένα μάτσο υπέροχες μοβ βιολέτες, γύρισε το κεφάλι και διαπίστωσε πως είχε απομακρυνθεί αρκετά από το χωριό. Νύχτωνε και είχε πιάσει ένα έντονο αεράκι. Σε λίγα λεπτά, θα επικρατούσε το απόλυτο σκοτάδι και δεν θα προλάβαινε να γυρίσει πίσω. Κούμπωσε το παλτό της και σφίγγοντας τα λουλούδια στο χέρι της, πήρε το μονοπάτι της επιστροφής, με γρήγορους ρυθμούς. Κάποια στιγμή, ένας περίεργος θόρυβος μέσα από τους θάμνους ήταν αρκετός για να της προκαλέσει ένα ρίγος στην καρδιά. Μαρμάρωσε. Δεν ήξερε τι μπορεί να ήταν αυτό και δεν την ενδιέφερε να μάθει. Αποφάσισε να συνεχίσει και έκανε ένα βήμα μπροστά, όταν ξαφνικά, εμφανίστηκε απέναντι της ένας μεγάλος γκρίζος λύκος.
    Μόλις τον αντίκρισε η Μαρίλια, της κόπηκαν τα γόνατα. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή και οι βιολέτες της έφυγαν από το χέρι. Ήταν πολύ ταραγμένη και όσο ο λύκος την κοιτούσε απειλητικά, τόσο περισσότερο πίστευε πως αυτές οι ώρες ήταν οι τελευταίες της. Ένιωθε αδύναμη να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση και προσπαθούσε να το παίξει όσο γινόταν, πιο ήρεμη, ώστε να μην προκαλέσει το άγριο ζώο. Έκανε κάποια αργά και διακριτικά βήματα προς τα πίσω, όμως ο φόβος της παραγκώνισε τελείως την ψυχραιμία της και δε δίστασε να το βάλει γρήγορα στα πόδια, με αποτέλεσμα ο λύκος να πετάξει δόντια, να γίνει πιο αιμοβόρος και να τρέξει σαν αφηνιασμένος στο μέρος της. Δυστυχώς όμως, η Μαρίλια παραπάτησε σε μία πέτρα και έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα. Ήταν καταδικασμένη. Γύρισε το κεφάλι της και είδε τον λύκο σε απόσταση αναπνοής από κείνη. Έκλεισε τα μάτια της, έκανε τον σταυρό της και την ώρα που το δαιμονισμένο ζώο ήταν έτοιμο να της ορμήσει, ένα δυνατό «μπαμ» ακούστηκε σε όλο το βουνό, κάνοντας αντίλαλο.
     Αμέσως μετά, δεν ακουγόταν το παραμικρό. Ούτε ένα χορταράκι να κουνιέται από τον αέρα. Η απόλυτη σιωπή συνόδευε τη στιγμή αυτή, προκαλώντας έτσι τη σύγχυση της Μαρίλιας, η οποία δεν ήξερε αν ήταν ζωντανή ή όχι. Αν την είχε κατασπαράξει ο λύκος και η ίδια είχε αναληφθεί πλέον στους ουρανούς. Έχοντας και τα δύο χέρια στην καρδιά της, άνοιξε δειλά, δειλά, τα μάτια της και κοίταξε τριγύρω. Δεν έβλεπε τίποτα, που να θυμίζει το σκηνικό τρόμου, που επικρατούσε λίγα δευτερόλεπτα πριν. Σηκώθηκε λίγο και έριξε μια ματιά στην έκταση. Κάποια στιγμή, γύρισε το κεφάλι της δεξιά και σοκαρισμένη, είδε δίπλα της το πτώμα του σαρκοφάγου λύκου. Ούρλιαξε! Είχε τρομάξει πολύ και παράλληλα, ήταν μπερδεμένη. Νιώθοντας την ανάσα της έτοιμη να κοπεί, έκανε προσεκτικές κινήσεις ώστε να σταθεί στα πόδια της και να εξαφανιστεί γρήγορα. Τη στιγμή όμως που έσκυψε να πιάσει δίπλα από το ζώο το σταυρουδάκι της που είχε φύγει με το πέσιμο, εκείνο ξύπνησε και πριν τη δαγκώσει, ένας ακόμη πυροβολισμός ακούστηκε ταυτόχρονα με τη δική της κραυγή και ο λύκος τελικά ξεψύχησε.
     Η Μαρίλια προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι συνέβη, όταν ξαφνικά άκουσε βάδισμα αλόγου! Γύρισε και είδε λίγα μέτρα μακριά, ένα κάτασπρο άλογο με έναν ψηλό καβαλάρη που δεν φαινόταν καθαρά να φτάνει στο μέρος της. Το φεγγάρι είχε αρχίσει να ξεπροβάλλει και το λιγοστό, αλλά έντονο φως του, έπεσε πάνω στο πρόσωπο του ανθρώπου, που μόλις την είχε σώσει. Ήταν ένας γοητευτικός, ώριμος άντρας, κοντά στα 40, μελαχρινός, με μαλλί μέχρι τους ώμους, καταπράσινα μάτια και αξύριστα γένια. Φορούσε μία ταυτότητα στο λαιμό, που ξεχώριζε μέσα από το μισάνοιχτο άσπρο πουκάμισο του, καφέ παντελόνι και μακριές μπότες στο ίδιο χρώμα. Στεκόταν με το όπλο στα χέρια του και την κοιτούσε μέσα στα μάτια, με ένα πρωτόγονο, αλλά συνάμα ελκυστικό ύφος, που την άφησε με το στόμα ανοιχτό. Τον αναγνώρισε αμέσως. Ήταν αυτός! Ο ήρωας του βιβλίου της, ο πρωταγωνιστής της ερωτικής της ιστορίας, ο κυρίαρχος των δικών της φαντασιώσεων. Ο πρίγκιπας των ονείρων της, αλλά στην πιο wild και σκούρα εκδοχή του.
     Ο άντρας, τη ρώτησε αν είναι καλά. Η φωνή του ήταν βαριά και γλυκιά μαζί. Η δική της πάλι, δεν έβγαινε με τίποτα. Τον χάζευε και της ήταν αδύνατο να ξεκολλήσει. Εκείνος κατέβηκε από το άλογο και κοίταξε τις σκορπισμένες βιολέτες. Έσκυψε και τις μάζεψε όλες. Η Μαρίλια τον κοιτούσε προσηλωμένη. Την πλησίασε, άπλωσε το χέρι του και της προσέφερε χαμογελώντας το μπουκέτο.
     - Αυτές πρέπει να είναι δικές σου!
     Η Μαρίλια έδινε την εντύπωση πως είναι κωφάλαλη, αλλά ειλικρινά είχε μείνει στήλη άλατος. Δεν πίστευε αυτό που έβλεπε μπροστά της.
     - Αλέξης! Συμπλήρωσε και φαινόταν έντονα στα μάτια του, η επιθυμία να μάθει και το δικό της όνομα.
     - Μαρίλια! Του απάντησε και εκείνος της έσφιξε θερμά το χέρι.
     - Χάρηκα! Της είπε με τη μπάσα χροιά του και τα γόνατα της Μαρίλιας κόπηκαν για δεύτερη φορά μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.
     Ο Αλέξης πρόλαβε και την έπιασε πριν πέσει κάτω. Την πήρε στην αγκαλιά του και τη ρώτησε αν είναι εντάξει. Η καρδιά της σκίρτησε. Αυτή την φορά όχι από φόβο όπως πριν, αλλά από έρωτα. Ο Αλέξης ήταν εκείνος που χρόνια επιζητούσε. Ο άνθρωπος που μέσα σε μία μόνο στιγμή, κατάφερε να τη συγκλονίσει. Κι αυτό ήταν αρκετό, για να βεβαιωθεί, πως από κείνη τη μέρα η ζωή της θα άλλαζε για πάντα.
     Κρατώντας τον σφιχτά πάνω στη σέλα, επέστρεψαν μαζί στο χωριό. Εκεί συζήτησαν και γνωρίστηκαν καλά. Πάρα πολύ καλά. Πέρασαν τη νύχτα, στο σπίτι του Αλέξη! Ένα πέτρινο σπιτάκι, φαινομενικά μικρό απ’ έξω, αλλά παλάτι μέσα με όλα τα κομφόρ. Ο Αλέξης ήταν ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας με αλυσίδα καφετεριών σε όλη την Αθήνα και το χωριό της Μαρίλιας, ήταν και δικό του καταφύγιο. Μεγαλωμένος στην Αγγλία, αλλά θαυμαστής της ελληνικής ομορφιάς, πάντα ήθελε μια δική του κατοικία κοντά στην ύπαιθρο. Εργένης και συνηθισμένος να ζει μόνος του, είχε μάθει να φροντίζει καλά τον εαυτό του, αλλά και τους ανθρώπους που τον περιέβαλλαν.
     Και εκείνη τη νύχτα, είχε κοντά του τη Μαρίλια. Την περιποιήθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Όσο περνούσαν τα λεπτά και ο ένας άγγιζε περισσότερο τις ευαίσθητες χορδές του άλλου, η έλξη τους γινόταν μεγαλύτερη. Ήρθαν κοντά. Έκαναν έρωτα όλο το βράδυ, μπροστά στο αναμμένο τζάκι. Οι δυνατές σταγόνες της ξαφνικής βροχής χτυπούσαν τα τζάμια, όσο τα κορμιά τους γινόντουσαν ένα πάνω στο ολόμαλλο χαλί του ζεστού δωματίου. Οι φλόγες από την φωτιά και τα αναμμένα κεριά σε όλο τον χώρο, έλουζαν τα πρόσωπα τους στα οποία ήταν ζωγραφισμένα το πάθος και η ηδονή. Αυτή η νύχτα ήταν η ομορφότερη στη ζωή της Μαρίλιας και μόνο η αρχή, των όσων είχε στο μυαλό της για το κοινό τους μέλλον.
*******

Όταν έφτασε έξω από το γραφείο του εκδότη της, η Μαρίλια ήταν ενθουσιασμένη. Ήταν σίγουρη πως είχε δώσει τον καλύτερο εαυτό της και έτσι, θα κέρδιζε τις εντυπώσεις. Όμως αντί για συγχαρητήρια και άλλα ενθαρρυντικά σχόλια, η πετυχημένη συγγραφέας άκουσε ακριβώς τα αντίθετα. Ο εκδότης, αλλά και οι υπόλοιποι ιθύνοντες την άδειασαν κανονικά, ρίχνοντας κανονικά την ψυχολογία της στα τάρταρα. Χαρακτήρισαν το βιβλίο της μια «ροζ μπούρδα», η οποία δε μπορούσε να βγει από το δικό τους οίκο, γιατί θα έθιγε το κύρος και την υπόληψη του. Εξήγησαν πως το θεωρούν σκουπίδι, γιατί δεν προσφέρει τίποτα ουσιαστικό στον αναγνώστη, ούτε καν διασκέδαση. Τους φάνηκε βαρετό και πολύ τέλειο για να είναι ρεαλιστικό. Πλην το περιστατικό στο βουνό, δεν είχε άλλες ανατροπές, κρίσιμα σημεία και έκανε στο μεγαλύτερο μέρος του. Τόνισαν πως στις μέρες μας, δύσκολα συμβαίνει να είναι όλα τόσο ρόδινα και παραμυθένια και πως κανείς δεν επρόκειτο να ταυτιστεί με τη συγκεκριμένη ιστορία, ούτε καν οι γυναίκες, που ήταν το δυνατό αγοραστικό τους κοινό. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, δεν ήταν σε θέση να προχωρήσουν σε κάποια συνεργασία, εκτός κι αν η Μαρίλια ήταν διατεθειμένη να κάνει κάποιες αλλαγές προσθέτοντας πιο εμπορικά στοιχεία όπως τρίγωνα, μοιχείες και περισσότερες ακραίες καταστάσεις, ή να γράψει κάτι άλλο καινούριο.
     Η Μαρίλια έφυγε συντετριμμένη από το γραφείο του εκδότη και έπεσε στην αγκαλιά του Αλέξη, με δάκρυα στα μάτια. Δε μπορούσε να καταλάβει γιατί την αντιμετώπισαν με αυτό τον άκομψο τρόπο, παρόλο που η ίδια τους είχε χαρίσει πολλές επιτυχίες στο παρελθόν. Αυτό που την διέλυσε όμως περισσότερο ήταν το γεγονός ότι η ιστορία της, η ιστορία της ζωής της, τους φάνηκε αδιάφορη και ψεύτικη. Αυτοί οι φαλλοκράτες δεν ένιωσαν ούτε λίγο, τη μαγεία που ήθελε να μεταδώσει η ίδια με ένα σύγχρονο ερωτικό παραμύθι βγαλμένο μέσα από την ψυχή της. Ο Αλέξης, ήταν για αυτήν ο πρίγκιπας της και τη λυπούσε αφάνταστα που δε μπορούσαν να το κατανοήσουν και οι υπόλοιποι. 
     Ο Αλέξης στάθηκε στο πλευρό της και έγινε το στήριγμα της. Προσπαθούσε να της ανεβάσει το ηθικό και να την κάνει να νιώσει καλύτερα. Εκείνη είχε πέσει σε κατάθλιψη και θεωρούσε τον εαυτό της αποτυχημένο. Δεν είχε διάθεση για τίποτα και δεν ήθελε να βλέπει άνθρωπο. Ο μόνος που την είδε και τον είδε σε διάστημα τριών μηνών, ήταν εκείνος ο πιτσαδόρος, ο οποίος μπέρδεψε ξανά τα κουδούνια. Η όρεξη της από πάνω, δεν είχε κλείσει ακόμα. Η Μαρίλια του άνοιξε σε άσχημη κατάσταση με τις πιτζάμες και το μαλλί σα να είχε μόλις βγει από την πρίζα. Όταν την αντίκρισε σε αυτά τα χάλια, ανησύχησε. Φάνηκε στο βλέμμα του. Εκείνη δεν είχε κουράγιο ούτε να του ξαναδείξει το σωστό δρόμο. Όταν τη ρώτησε, αν είναι καλά, εκείνη έγνεψε καταφατικά το κεφάλι της και έκλεισε.
     Του είπε ψέματα και αυτό δεν ήταν δύσκολο να το καταλάβει κάποιος. Την είχε πάρει από κάτω όλη αυτή η κατάσταση και δυστυχώς, δεν υπήρχαν σημάδια βελτίωσης. Ο Αλέξης την παρακαλούσε να βγουν έξω να ξεχαστεί, αλλά εκείνη αρνούταν πεισματικά. Προτιμούσε να μένει μόνη της στο σπίτι είτε χωμένη κάτω από τα παπλώματα, είτε σκυμμένη πάνω από τον υπολογιστή, προσπαθώντας μάταια να γράψει κάτι νέο. Η έμπνευση, την είχε εγκαταλείψει για τα καλά. Και όσο δε μπορούσε να δημιουργήσει κάτι ανάλογο του ταλέντου της, τόσο βούλιαζε στην απελπισία.
     Ο Αλέξης ήθελε να τη βοηθήσει, αλλά εκείνη δεν τον άφηνε. Το αποτέλεσμα ήταν, να νιώσει ανίκανος και πνιγμένος. Όλες του οι προσπάθειες έπεφταν στο κενό. Ένιωθε να καταπιέζεται, εγκλωβισμένος σε μια φυλακή, που η ίδια η Μαρίλια είχε κλείσει και τους δύο. Έψαχνε τρόπο να ανασάνει και πάλι και τον βρήκε, στο πλευρό της Γιώτας, μια νεαρής 26χρονης που γνώρισε σε ένα από τα μαγαζιά του. Είχε βγει με τις φίλες της για καφέ και τον πλησίασε για να πληρώσει εκείνη αυτά που είχαν παραγγείλει. Χάρη στη Γιώτα, ο Αλέξης ξαναβρήκε το νόημα της ζωής που είχε αρχίσει να χάνει, λιώνοντας καθημερινά δίπλα στη Μαρίλια. Δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να απατήσει τη γυναίκα του. Την αγαπούσε και μισούσε τον εαυτό του καθημερινά που την πρόδιδε με αυτόν τον άσχημο τρόπο, αλλά αισθανόταν πως προσκολλημένος σε αυτή την κατάσταση, έκανε κακό και στον εαυτό του! Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Και η σκέψη να δώσει ένα τέλος στο γάμο τους, έφυγε γρήγορα από το μυαλό του, γιατί στην παρούσα φάση, θα ήταν σα να της δίνει μία κλωτσιά να πάει ακόμα πιο κάτω. Σα να τη σκοτώνει.
     Ο καιρός περνούσε και ο Αλέξης έβγαινε όλο και πιο συχνά μόνος του! Είχε συνηθίσει και δεν του φαινόταν παράξενο που η Μαρίλια προτιμούσε ακόμα να μένει αποκομμένη από τα πάντα. Όταν όμως τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν άλλη τροπή, ήταν δύσκολο να παραβλέψει κάποια πράγματα που έπεφταν στην αντίληψη της. Ο σύζυγος της αργούσε να γυρίσει, έκλεινε το κινητό του, έφευγε συχνά σε επαγγελματικά ταξίδια και έφτασε στο σημείο να μένει μόνη της, όχι πια από δική της απόφαση. Ξαφνικά, διαπίστωσε πως έχει αλλάξει. Πως έγινε πιο απότομος, πιο αδιάφορος για κείνη και πως ήταν διαρκώς αφηρημένος, σα να τον απασχολούσε κάτι άλλο εκτός σπιτιού.
     Τα προβλήματα με την καριέρα της μπήκαν κατευθείαν σε δεύτερη μοίρα και αυτό που άρχισε να τη στοιχειώνει, ήταν το μέλλον του γάμου της. Μήπως το φινάλε του πλησίαζε και ήταν εντελώς διαφορετικό από αυτό που είχε δώσει στο βιβλίο της; Άρχισε να ψάχνει τα πράγματα του, το κινητό του, να τον βομβαρδίζει με ερωτήσεις. Της έγινε εμμονή και πλέον τον πίεζε σε μεγαλύτερο βαθμό και πιο ουσιαστικά σε σχέση με το παρελθόν, που το έκανε χωρίς να το θέλει. Με αυτό τον τρόπο, τον απομάκρυνε περισσότερο από κοντά της και ο ίδιος δεν έμπαινε καν στη διαδικασία να απολογηθεί. Ό,τι έκανε, το έκανε συνειδητά.
     Η Μαρίλια είχε γίνει η σκιά του εαυτού της και περιφερόταν άσκοπα μέσα στο σπίτι προκειμένου να σκεφτεί κάτι γρήγορα, ώστε να αποτρέψει τα χειρότερα. Είχε φτάσει στα όρια της και η αντοχή της κρεμόταν από μία κλωστή.
     Ένα βράδυ που ο Αλέξης έφυγε κρατώντας μία βαλίτσα στο χέρι, ισχυριζόμενος επαγγελματικό ταξίδι στο οποίο θα συζητούσε το ενδεχόμενο να ανοίξει καφετέρια και στην Θεσσαλονίκη, τα έτσουξε και έκανε το σπίτι άνω κάτω. Από την απόγνωση και τα νεύρα της, τα έσπασε όλα. Αναποδογύρισε έπιπλα, πέταξε ρούχα, έσκισε φωτογραφίες, γενικά ήταν εκτός ελέγχου. Ξαφνικά, χτύπησε η πόρτα. Δεν περίμενε κανέναν. Προς στιγμήν, τρόμαξε. Άνοιξε και ποιον να δει;;;; Το γνωστό πιτσαδόρο, ο οποίος κρατούσε για μία ακόμη φορά φαγητό στο χέρι, που προοριζόταν για την από πάνω. Σε λίγο καιρό, αυτή δεν θα χωρούσε να βγει απ’ το σπίτι της. Ο νεαρός όταν είδε την ίδια καταβεβλημένη και το σπίτι από πίσω σα να βγήκε από ανεμοστρόβιλο, σάστισε. Προβληματίστηκε πολύ και έδειξε αμέσως το ενδιαφέρον του.
     - Είστε καλά; Τη ρώτησε με σπασμένη φωνή και έβλεπε πως η Μαρίλια δεν ήταν σε θέση να του απαντήσει.
     Τον κοιτούσε με ένα άδειο βλέμμα, έτοιμη να καταρρεύσει. Λίγο πριν χάσει τις αισθήσεις της και πέσει κάτω, εκείνος πέταξε την πίτσα μακριά, έπιασε την ίδια στα χέρια του και τη μετέφερε στο κρεβάτι της. Προσπάθησε να την ηρεμήσει και τη χάιδευε στα μάγουλα και το μέτωπο. Εκείνη, τον παρατηρούσε και δεν της θύμιζε τίποτα. Δεν είχε συναίσθηση του τόπου και του χρόνου, δεν καταλάβαινε τι γινόταν και έδειχνε χαμένη.
     - Πού είμαι; Ποιος είσαι εσύ;
     Χρειαζόταν βοήθεια και μόνο αυτός, μπορούσε να της την παρέχει.
     - Είμαι ο Θάνος και εσείς λιποθυμήσατε μπροστά μου! Χρειάζεστε ξεκούραση. Γιατί το κάνετε αυτό στον εαυτό σας;
     - Δεν καταλαβαίνεις! Τον αγαπάω! Δεν θέλω να τον χάσω. του ομολόγησε με δάκρυα στα μάτια.
     - Αν σας άφησε μόνη σε αυτή την κατάσταση, δεν αξίζει την αγάπη σας. Είστε νέα ακόμα, όμορφη και επιτυχημένη. Μπορείτε να ξαναφτιάξετε τη ζωή σας.
     - Με ξέρεις; Των ρώτησε σαστισμένη η Μαρίλια και δε μπορούσε να κατανοήσει γιατί ένας άγνωστος της φέρεται τόσο καλά.
     - Και ποιος δεν σας ξέρει; Σημασία έχει, πως δεν αξίζει για κανέναν να αυτοκαταστρέφεστε! Είστε αυτό που θα ήθελε να έχει κάθε άντρας! Και όποιος δε μπορεί να το εκτιμήσει, είναι χαζός!
     Ο νεαρός της εξομολογήθηκε όλα αυτά που είχε στην καρδιά του τόσο καιρό και δεν τολμούσε να τα εκφράσει. Η Μαρίλια τον κοίταξε μέσα στα μάτια. Τα λόγια του την άγγιξαν. Σήκωσε το κεφάλι της και χωρίς δεύτερη σκέψη, τον φίλησε. Όλη η συναισθηματική της φόρτιση την οδήγησε στο να πέσει στην αγκαλιά του. Είχε ανάγκη από τρυφερά χάδια και λίγη στοργή! Θα παραδιδόταν σε οποιονδήποτε ήταν ανοιχτός να της τα προσφέρει εκείνη τη βραδιά, που ένιωθε περισσότερο μόνη από ποτέ. Ο Θάνος όμως δεν ήθελε να είναι ο οποιοσδήποτε. Απομακρύνθηκε. Της είπε πως δεν είναι σωστό και δεν θα ήθελε να προχωρήσουν σε κάτι, για το οποίο πολύ πιθανόν εκείνη να μετάνιωνε το επόμενο κιόλας πρωί. Την έβαλε να κοιμηθεί, βεβαιώθηκε ότι είναι καλά, της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και αφού συμμάζεψε για λίγο το σπίτι και πέταξε τις μαραμένες βιολέτες, έφυγε.
     Το πρωί, η Μαρίλια σηκώθηκε και όταν είδε τα πάντα στην θέση τους, προσπαθούσε να θυμηθεί τι είχε προηγηθεί. Έφτασε στην κουζίνα και βρήκε ένα σημείωμα πάνω στο τραπέζι. Το πήρε στα χέρια της και το διάβασε.
     «Κοιμάσαι σαν αγγελούδι. Να είσαι δυνατή! Θάνος».
     Ξαφνικά, της ήρθαν όλα στο μυαλό! Χαμογέλασε. Αυτό ήταν κάτι που της έδωσε κουράγιο και επανήλθε το χρώμα στο πρόσωπο της. Ήθελε να ακολουθήσει τις συμβουλές του νεαρού πιτσαδόρου, που εμφανίστηκε στη ζωή της σαν από μηχανής Θεός, χάρη στη λαίμαργη γειτόνισσα της. Αποφάσισε να σταθεί στο ύψος της και να μη συνεχίσει την κάτω βόλτα που είχε πάρει.
     Όταν επέστρεψε ο Αλέξης, τον υποδέχτηκε με χαρά, ενώ εκείνος έδειχνε μαγκωμένος. Έπεσε στην αγκαλιά του και του ανακοίνωσε πως είναι έτοιμη να κάνουν μια νέα αρχή στον γάμο τους και να διορθώσει μονομιάς όλα της τα λάθη. Ο Αλέξης όμως δεν θέλησε να της δώσει ψεύτικες ελπίδες και της είπε ξεκάθαρα τις δικές του αποφάσεις, κόβοντας της τα φτερά. Ήθελε διαζύγιο και αυτό ήταν οριστικό. Την αγαπούσε ακόμα, αλλά αν έμεναν μαζί, ούτε εκείνη θα ήταν ευτυχισμένη, ούτε εκείνος. Η δική του καρδιά ήταν πλέον δοσμένη αλλού.
     Η Μαρίλια ξέχασε αμέσως ό,τι υπόσχεση είχε δώσει στον εαυτό της για αυτοσυγκράτηση και ένιωσε αμέσως ένα σφίξιμο στην καρδιά. Δεν ήθελε να χάσει τον άντρα της, το πάλαι ποτέ στήριγμα της. Τον λάτρευε όσο τη ζωή της. Αν έφευγε, θα έπαυε να υπάρχει. Ο Αλέξης δεν έδειχνε να κάνει πίσω. Συγκεκριμένα, δε μπορούσε να κάνει πίσω. Η  Γιώτα ήταν τριών μηνών έγκυος. Σε λίγο καιρό θα έφερνε το παιδί τους στον κόσμο. Η Μαρίλια έπρεπε να το καταλάβει και να το δεχτεί.
     Ο Αλέξης μάζεψε τα πράγματα του και εκείνη δεν κατάφερε να τον εμποδίσει να περάσει την πόρτα. Τις επόμενες μέρες ήταν ψυχολογικά ένα κουρέλι. Δεν είχε τη δύναμη να το αντιμετωπίσει. Σύρθηκε μέχρι το μπάνιο. Έπιασε το μπουκάλι με τις ασπιρίνες. Κάθισε στον καναπέ. Το άνοιξε, έπιασε μια χούφτα, τις έβαλε στο στόμα της και με δάκρυα στα μάτια, τις κατάπιε. Έπιασε το τηλέφωνο και πληκτρολόγησε το κινητό του Αλέξη. Ήταν απενεργοποιημένο. Είχε αποφασίσει να δώσει τέρμα στη ζωή της και θα έφευγε μόνη.
     Μετά από λίγα λεπτά, η πόρτα της χτύπησε. Ήταν ο Θάνος. Είχε περάσει να δει πώς είναι. Δεν άκουγε κίνηση μέσα στο σπίτι και ανησύχησε. Χτύπησε και άλλη φορά, αλλά τίποτε. Γνώριζε ότι η Μαρίλια ήταν σπίτι. Κάτι κακό της συνέβαινε. Έπεσε πάνω στην πόρτα και με μερικές κλωτσιές, κατάφερε να την ανοίξει. Λουσμένος στον ιδρώτα από την αγωνία του, μπήκε μέσα και τη βρήκε αναίσθητη στο πάτωμα. Κάλεσε αμέσως βοήθεια και ένα ασθενοφόρο την μετέφερε στο νοσοκομείο.


*******

Την επόμενη μέρα, η Μαρίλια άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε το άδειο δωμάτιο. Ήταν μόνη. Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπο της. Εκείνη τη στιγμή, ένας άντρας μπήκε στο δωμάτιο, κρατώντας μια ανθοδέσμη με μοβ βιολέτες. Ήταν ο Θάνος, ο οποίος όταν την είδε ξύπνια έτρεξε βαθιά συγκινημένος και την έσφιξε στην αγκαλιά του! Ήταν τόσο χαρούμενος. Η Μαρίλια του έπιασε το χέρι και τον ευχαρίστησε για όλα. Αν δεν ήταν εκείνος, όλα θα είχαν τελειώσει.
     Δεν την άφησε να συνεχίσει. Δεν ήθελε να κάνει άσχημες σκέψεις. Κάτι τέτοιο θα ήταν οδυνηρό για όλους! Καταλάβαινε πως ήταν δύσκολο να δεχτεί τις επιλογές του άντρα της, αλλά εκείνος ήταν πρόθυμος να σταθεί δίπλα της όσο χρειαζόταν, μέχρι η ίδια να νιώσει και πάλι γερή, να συνεχίσει τη ζωή της.
     - Μα πώς τα ξέρεις όλα;
     Η απορία της Μαρίλιας ήταν εύλογη. Σε κάθε δύσκολη στιγμή, ο Θάνος με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ήταν κοντά της και την προστάτευε, γνωρίζοντας τα πάντα. Αναγκάστηκε λοιπόν, να της πει την αλήθεια.
     Από την πρώτη στιγμή που την είδε, ένιωσε κάτι δυνατό για αυτήν. Κάτι πρωτόγνωρο, που δεν το περίμενε. Παρόλο που η ίδια αισθανόταν ευτυχισμένη, είδε στα μάτια της μια μελαγχολία που τον έσπρωξε να γίνει ο φύλακας άγγελος της. Η φίλη του Αλέξη, η Γιώτα, δούλευε στην ίδια πιτσαρία με εκείνον. Η παράνομη σχέση τους έπεσε κατευθείαν στην αντίληψη του και τη ζούσε σχεδόν από κοντά. Δε μπορούσε να βγάλει με τίποτα από το μυαλό του τη Μαρίλια. Τη σκεφτόταν και ήθελε να της συμπαρασταθεί. Η κυρία Βέρκη, εκτός από την πρώτη φορά, δεν είχε παραγγείλει ποτέ ξανά πίτσα. Όσες τις πήγαινε στη συνέχεια, προκειμένου να κάνει εσκεμμένα λάθος χτυπώντας το κουδούνι της Μαρίλιας, ήταν κερασμένες από τον ίδιο. Όσον αφορά τη Γιώτα παραιτήθηκε από το φαγάδικο για να φτιάχνει καφέδες στο μαγαζί του καλού της.
     Εκείνη γέλασε! Γέλασε με την ψυχή της μετά από αρκετό καιρό. Παρόλο που ήταν ακόμα θλιμμένη, ένιωσε ανακούφιση και ένα μεγάλο βάρος να φεύγει από μέσα της. Τόσο καιρό νόμιζε πως ήταν μόνη της κι όμως είχε κάποιον να την φυλάει και να τη νοιάζεται πραγματικά. Είχε την ψευδαίσθηση πως το τέλειο σε κάνει απαραίτητα και ευτυχισμένο. Τα όνειρα της, την έκαναν να χτίσει μια ψευδή εικόνα των πραγμάτων, νομίζοντας πως έτσι θα ζήσει το παραμύθι που είχε πάντα στο μυαλό της. Και το μόνο που κατάφερε να κάνει, ήταν να παγιδευτεί σε μια ουτοπία, από την οποία δεν είχε τη δύναμη να ξεφύγει. Κυνηγούσε το τέλειο και προσπαθούσε να πιστέψει με κάθε τρόπο, ότι ήταν αυτό που είχε ορίσει η μοίρα της. Γι’ αυτό και το βιβλίο της, φαινόταν ρηχό, ψεύτικο. Γιατί αντικατόπτριζε την αλήθεια. Στη ζωή δεν είναι όλα ρόδινα, πασπαλισμένα με χρυσόσκονη. Βιώνουμε την προδοσία, την αποτυχία, ερχόμαστε αντιμέτωποι με δυσκολίες, πεθαίνουμε και ξαναγεννιόμαστε συνέχεια μέχρι να νιώσουμε απολύτως βέβαιοι ότι έχουμε αγγίξει την ευτυχία, πατώντας στα πόδια μας και όχι στις κρυφές μας επιθυμίες.
     Ο Θάνος τήρησε την υπόσχεση του και έμεινε κοντά στη Μαρίλια. Τη βοήθησε να κάνει μια νέα αρχή, να μετακομίσει, να ξαναγράψει εκ νέου το βιβλίο της με φινάλε προσαρμοσμένο στα καινούρια δεδομένα και το σημαντικότερο…..την περίμενε. Την περίμενε μέχρι να νιώσει έτοιμη και να αγαπήσει η ίδια τον εαυτό της ώστε να μπορέσει να εμπιστευτεί ξανά την καρδιά της σε κάποιον. Και δεν έχασε. Η Μαρίλια τον αγάπησε και δεν τον άφησε ποτέ να φύγει από τη ζωή της. Ούτε στα εύκολα, ούτε στα δύσκολα. Δεν παντρεύτηκαν ποτέ, αλλά δεν τους απασχόλησε καθόλου το μέλλον.
     Το τέταρτο βιβλίο της με τίτλο «Σ’ ευχαριστώ και για την έμπνευση μωρό μου», έγινε τεράστια επιτυχία και οδηγήθηκε στη δωδέκατη έκδοση. Ήταν αφιερωμένο στον ίδιο, στην πραγματική της έμπνευση. Στον άνθρωπο που της έμαθε ότι η ζωή δεν είναι ούτε παραμύθι, ούτε σήριαλ, αλλά πολύτιμο δώρο, που είναι ακόμα πιο όμορφο, όταν το μοιράζεσαι με κάποιον.
     Αφιερωμένο στον Θάνο…!

Share |

2 σχόλια

image
ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ

sigkinithika para polli alla itan teleia istoria prototipi.

Thursday, December 3, 2009 - 16:09

image
rania a

htan telio to ergo poli gamato mpravo se auth pou to skeftike....makari na sunexistei...

Tuesday, March 16, 2010 - 19:04

Post new Comment

Εγγραφή νέου χρήστη

User Login

close

Αν είστε ήδη εγγεγραμμένος, κάντε login

Αν δεν είστε ήδη εγγεγραμμένος, κάντε Register ή συνδεθείτε με