Η δική σου ιστορία αγάπης γίνεται ταινία.

lacta

Η ψυχολόγος κι ο απαγωγέας

Κάπου στα βόρεια προάστια της αττικής ζει μια νεαρή γυναίκα, η Νίκη, μαζί με τον μονάκριβο γιό της Στέφανο. Η Νίκη επαγγέλλεται ψυχολόγος, αγαπάει πολύ τη δουλεία της και το εισόδημά της απ’ αυτήν είναι υπέρ αρκετό ώστε να μπορεί να παρέχει στο γιό της όλες τις ανέσεις αλλά και να μπορεί να  συντηρεί την πολυτελή μονοκατοικία της. Από τότε που χώρισε με το σύζυγό της, λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων, έχει πραγματικά αλλάξει, έχει παραμελήσει τον εαυτό της και έχει ξεχάσει το ρόλο της ως γυναίκα. Η ρουτίνα Της Νίκης άλλαξε όταν μια συνηθισμένη καθημερινή μέρα πήγε να πάρει το Στέφανο απ’ τον παιδικό σταθμό και την ειδοποίησαν πως το παιδί δεν είχε πάει  εκείνη τη μέρα στο σχολείο, πως δεν είχε καν επιβιβαστεί στο σχολικό λεωφορείο το πρωί. Η Νίκη έχασε τη γη κάτω απ’ τα πόδια της, ήταν σίγουρη πως ο μικρός της είχε μπει στο σχολικό με τα ίδια της τα χέρια, έντρομη άρχισε να ουρλιάζει και να απειλεί τη διευθύντρια του σχολείου ότι θα της κάνει μήνυση για αμέλεια και ανευθυνότητα. Χρειάστηκε να περάσουν περίπου δύο ώρες μέχρι να ηρεμίσει η απελπισμένη Νίκη, τότε σηκώθηκε απότομα απ’ την καρέκλα άρπαξε νευρικά την τσάντα και το παλτό της και κατευθύνθηκε προς το σπίτι της με την ελπίδα να βρει εκεί το μικρό Στέφανο να κάθεται στο μεγάλο καναπέ του σαλονιού και να βλέπει cartoon ή να παίζει με μανία το καινούργιο ηλεκτρονικό παιχνίδι που του αγόρασε η ίδια για τα γενέθλια του. Παρά τις ελπίδες της βέβαια το σπίτι ήταν εντελώς άδειο. Η Νίκη στεκόταν όρθια για μισή ώρα περίπου χωρίς να σκέφτεται απολύτως τίποτα παρά μόνο αγναντεύοντας το άδειο και ζοφερό της σπίτι. Την ύπουλη αυτή σιγή ήρθε να σπάσει ένα επίμονο τηλεφώνημα το οποίο η Νίκη σήκωσε μηχανικά, <ναι> είπε με παγωμένη φωνή <η κυρία Νίκη Αλεξίου?> ρώτησε ένας νεαρός προσπαθώντας να βαρύνει τη φωνή του και να δείχνει όσο το δυνατό αυστηρότερος <η ίδια> απάντησε αδιάφορα, <έχω στα χέρια μου το γιόκα σου> της ανακοίνωσε με προκλητικό ύφος ο αναιδής νεαρός.

Η Νίκη δεν αντέδρασε, είχε παγώσει , είχε χάσει τη γη κάτω απ’ τα πόδια της <αν θέλεις πίσω το γιο σου, σου δίνω διορία ένα μήνα να συγκεντρώσεις 350000€ και όταν έχεις τα λεφτά στο χέρι θα συνεννοηθούμε, αυτό το μήνα σκληρής δουλειάς θα τα λέμε συχνά, α! και η αστυνομία είναι νομίζω περιττή για τον μικρό Στέφανο, Σωτήρης> το τηλέφωνο έκλεισε ακαριαία όπως το ίδιο ακαριαία η Νίκη σωριάστηκε στο πάτωμα…
Την επόμενη μέρα όταν η Νίκη πλέον συνήλθε σκέφτηκε ψύχραιμα και ώριμα και γρήγορα συνειδητοποίησε την τραγωδία στην οποία ήταν μπλεγμένη, η αντίστροφη μέτρηση γι’ αυτήν είχε ήδη αρχίσει παρά το ότι δεν ήξερε πως ακριβώς να κινηθεί, ντύθηκε γρήγορα και έτρεξε σα δαιμονισμένη στο γραφείο της προκειμένου να συγκεντρώσει το υπέρογκο ποσό που της είχε ζητηθεί για να επιστρέψει ο μικρός Στέφανος και πάλι κοντά της. Ήταν εξαιρετική ψυχολόγος, είχε πάντα υπομονή με τους ασθενείς της και αφοσιωνώταν πλήρως σε καθέναν απ’ αυτούς. Εκείνη τη μέρα όμως τα πράγματα είχαν αλλάξει γι’ αυτήν, το μυαλό της δεν μπορούσε να ξεχάσει το Στέφανο και δύσκολα παρακολουθούσε τους ασθενείς της τους οποίους έβλεπε πλέον αποκλειστικά ως πελάτες. Είχαν περάσει ήδη οι τρεις πρώτες μέρες οι οποίες στη Νίκη φάνηκαν ένας αιώνας. Η τέταρτη μέρα όμως ήταν διαφορετική, ενώ η Νίκη υποδεχόταν τον ένα ασθενή μετά τον άλλο κατά τις επτά το απόγευμα την επισκέφτηκε ένας καινούργιος, <καλησπέρα, η κυρία Νίκη Αλεξίου, σωστά?> είπε ένας όμορφος και καλοντυμένος νεαρός <σωστά> απάντησε εκείνη μπλέκοντας το βλέμμα της με το δικό του με έναν ξεχωριστό τρόπο <Γιώργος> συστήθηκε εκείνος. Ήταν η πρώτη στιγμή που η Νίκη κατάφερε να ξεχάσει για λίγο το δράμα της, εκείνος ο άνθρωπος φάνηκε σαν μια αχτίδα φωτός μέσα στη νύχτα της. Ήταν το τελευταίο της ραντεβού, κάθισε και τον παρακολούθησε με προσήλωση μέχρι αργά το βράδυ, ο νεαρός της περιέγραφε τη δική του τραγωδία καθώς ήταν μόνος στη ζωή, πρόσφατα χωρισμένος και έψαχνε μία καλή σύντροφο για να φτιάξει τη δική του οικογένεια και να ευτυχήσουν μαζί με τα παιδιά τους.

Τότε το μυαλό της Νίκης έτρεξε κατευθείαν στο γιο της και άρχισε να κλαίει, να κλαίει με λυγμούς <να προσέχεις τα παιδιά που θα κάνεις, ποτέ μη τ’ αφήσεις απ’ τα μάτια σου γιατί πολύ απλά είναι ό,τι πολυτιμότερο μπορεί να αποκτήσει ποτέ ένας άνθρωπος…>, ο Γιώργος την αγκάλιασε με μία ιδιαίτερη οικειότητα σα να ήξερε καλά τι βασάνιζε την ψυχή της κι’ όταν πλέον ηρέμησαν τα πνεύματα έκλεισαν το επόμενο ραντεβού…
Την επόμενη μέρα η Νίκη ήταν διαφορετική πιο αισιόδοξη και με περισσότερη όρεξη για δουλεία, μάλιστα ανυπομονούσε να έρθει το βράδυ για να ξαναϊδωθεί με τον άνθρωπο που άθελά του της επέστρεψε τη χαμένη της ελπίδα. Η γαλήνη όμως αυτή ήταν στιγμιαία για τη Νίκη καθώς μετά από πέντε μέρες ο εφιάλτης της, ο Σωτήρης, επανεμφανίστηκε. Κατά τις έξι και μισή το απόγευμα ο αδίστακτος απαγωγέας πήρε τηλέφωνο, αυτή τη φορά στο γραφείο της. Ευτυχώς η Νίκη εκείνη την ώρα δεν είχε κανένα ραντεβού και έτσι ψύχραιμα δέχτηκε το τηλεφώνημα <καλησπέρα εδώ Νίκη Αλεξίου παρακαλώ?> <καλησπέρα εδώ Σωτήρης, βλέπω το έχεις ρίξει με τα μούτρα στη δουλεία, μπράβο μαθαίνεις γρήγορα!> απάντησε με θράσος ο νεαρός <όντως είμαι καλή μαθήτρια, γι’ αυτό και θα είμαι συνεπής στη συμφωνία μας όπως κι εσύ φαντάζομαι, σωστά?> είπε αντίστοιχα η έμπειρη ψυχολόγος εκπλήσσοντας τον άπειρο, μάλλον, απαγωγέα <σωστά > απάντησε επιπόλαια και έκλεισε απότομα το ακουστικό. Η Νίκη αν και προσπάθησε πολύ να μην σκέφτεται το τηλεφώνημα που προηγήθηκε δυσκολευόταν αρκετά μέχρι που στις οχτώ ακριβώς ήρθε επιτέλους ο Γιώργος να τη σώσει. <Σήμερα κάτι σε απασχολεί, τι έχεις μίλα ελεύθερα μη με βλέπεις μόνο σαν ασθενή αλλά και σα φίλο> της είπε ξαφνικά ο Γιώργος και εκείνη ντράπηκε γιατί παρ’ όλο που είχαν ιδωθεί μόνο δύο φορές της ενέπνεε σιγουριά και εμπιστοσύνη <όχι, όχι μην σκέφτεσαι εμένα χαλάρωσε και συγκεντρώσου σε αυτό που απασχολεί εσένα> του διευκρίνισε. Όταν λοιπόν η ώρα πέρασε και η συνεδρία έληξε ο Γιώργος την πλησίασε και της είπε <μαζί σου νιώθω χρήσιμος, ξεφεύγω απ’ όλα μου τα προβλήματα και γαληνεύει η ψυχή μου, είσαι σαν τις καλές νεράιδες του παραμυθιού, τώρα το ξέρω καλά εσύ θα με σώσεις από το γολγοθά> ήταν το ωραιότερο κοπλιμέντο που είχε ακούσει ποτέ, του έσφιξε το χέρι και του ψιθύρισε <ειλικρινά σ’ ευχαριστώ>.

Ο Γιώργος ήταν ο μοναδικός ασθενής με τον οποίο η Νίκη επικοινωνούσε και γι’ αυτό συναντιόντουσαν καθημερινά στο γραφείο της στις οχτώ το βράδυ, ο ένας είχε μάθει τα περισσότερα για τη ζωή του άλλου και οι δύο ωστόσο φυλούσαν καλά το μυστικό τους, ένα μυστικό που θα ανέτρεπε σίγουρα πολλά στη μεταξύ τους σχέση. Η όγδοη μέρα της απαγωγής του μικρού Στέφανου και η πέμπτη αντίστοιχα μέρα της γνωριμίας της Νίκης με το Γιώργο ήταν καταλυτική. Αργά το βράδυ, κατά τις δέκα, όταν ήρθε η ώρα της Νίκης να καληνυχτίσει το Γιώργο του έγνεψε κοφτά και αμήχανα <πάντως αν δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις σε προσκαλώ να γευτείς τη σπεσιαλιτέ μου, σπιτική μακαρονάδα> <μμμ και έχω μία πείνα, άσε που έχω αδυναμία στις σπιτικές μακαρονάδες> απάντησε κάνοντάς τη να γελάσει. Εκείνο το βράδυ ήταν ξεχωριστό και για τους δύο, η Νίκη απ’ τη μία θυμήθηκε το ρόλο της ως γυναίκα ενώ ο Γιώργος αισθανόταν ότι έφερνε ξανά στη ζωή ένα ζωντανό νεκρό… Το επόμενο πρωί η Νίκη ήταν άλλος άνθρωπος, ξύπνησε νωρίς νωρίς και ετοίμασε στον πλέον αγαπημένο της πρωινό, είχε σκεφτεί αρκετά για το αν ήταν έτοιμη για μία νέα περιπέτεια σ’ αυτή τη σκληρή φάση της ζωής της, ήξερε ότι αυτή η σχέση δεν θα έκανε καλό μόνο στην ίδια αλλά και στον Στέφανο, το μονάκριβο γιό της, διότι πέρα απ’ τη μητρική αγάπη θα ήθελε να του εξασφαλίσει και την πατρική. Ήξερε βέβαια καλά ότι θα έπρεπε να μιλήσει πρώτα στο Γιώργο και ύστερα να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, το δίλλημα ήταν αναπόφευκτο, απ’ τη μία όφειλε να πει την αλήθεια στο Γιώργο απ’ την άλλη φοβόταν μήπως το μάθαινε ο απαγωγέας. Το απόγευμα της ίδιας μέρας ο Σωτήρης πραγματοποίησε το τρίτο κατά σειρά τηλεφώνημά του <έλα μου πώς πάει? Να ξέρεις ότι έχω αρχίσει να σε συμπαθώ, φαίνεται ότι αγαπάς πολύ το Στέφανο, δεν έχεις κι άδικο είναι πολύ καλό παιδί > είπε αιφνιδιαστικά ο Σωτήρης με μία απίστευτη οικειότητα και φιλική διάθεση πριν καλά καλά προλάβει η Νίκη να ρωτήσει ποιος είναι <χαίρομαι ιδιαιτέρως γι’ αυτό Σωτήρη μου και μιας και έχεις φιλική διάθεση, επειδή πιστεύω πως δεν σε ευχαριστεί ιδιαίτερα αυτή η εγκληματική σου πράξη, μήπως θα ήθελες να βρεθούμε και από κοντά να συζητήσουμε ώριμα και πολιτισμένα?
εμπιστέψου με, εγώ ως ψυχολόγος είμαι διατεθειμένη να παραβλέψω την απαγωγή και  να σε βοηθήσω να επαναφέρεις την ψυχική σου ισορροπία!> <την ψυχική μου ισορροπία να την αφήσεις ήσυχη, εγώ λεφτά χρειάζομαι και μετά θα σε αφήσω να ζήσεις ήρεμα με το Στεφανούκο σου> απάντησε ο Σωτήρης και έκλεισε απότομα το ακουστικό. Η Νίκη ήταν πολύ χαρούμενη, με αυτό το τηλεφώνημα είχε καταλάβει πολλά για τον μυστήριο Σωτήρη, ήξερε πλέον καλά ότι το μόνο που ήθελε ήταν όντως τα χρήματα και ότι ο γιος της δεν διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο όπως πίστευε η ίδια στην αρχή. Έτσι κυλούσαν περίπου οι μέρες της Νίκης αυτό το μήνα της απαγωγής, διατηρούσε μία θυελλώδη σχέση με το Γιώργο, χωρίς να του έχει αποκαλύψει την ύπαρξη του γιου της, ενώ ο Σωτήρης τηλεφωνούσε τακτικά προκειμένου να ενημερώνεται πλήρως για τις οικονομικές εξελίξεις της μοιραίας ψυχολόγου…
Προς το τέλος αυτού του επεισοδιακού μήνα η Νίκη καθώς κοιμόταν με το Γιώργο είδε ένα φρικτό όνειρο, έναν αληθινό εφιάλτη ο οποίος την ξύπνησε στις τρεις τα ξημερώματα με πονοκέφαλο και ανυπόφορη ζαλάδα. Η Νίκη αθόρυβα κατευθύνθηκε προς την κουζίνα όπου ήπιε ένα παγωμένο ποτήρι νερό μαζί με δύο ισχυρά παυσίπονα προκειμένου να ηρεμήσει. Η ίδια προσπαθούσε μετά δυσκολίας να συνειδητοποιήσει τον εφιάλτη που είχε σκαρώσει το μυαλό της ώσπου είδε ξαφνικά μπροστά της το Γιώργο <είσαι καλά?> είπε ανήσυχος <ε… ναι μην ενοχλείσαι…να απλώς είδα έναν φοβερό εφιάλτη ο οποίος δεν μου επέτρεψε να συνεχίσω ατάραχη τον ύπνο μου…αυτό μόνο τίποτε άλλο!> απάντησε η Νίκη με τρεμάμενη και φοβισμένη φωνή < θεέ μου εσύ τρέμεις ολόκληρη πες μου τι είδες…πες μου και σου υπόσχομαι ότι θα νιώσεις καλύτερα>  είπε ο Γιώργος ξαφνιάζοντας τη Νίκη με το υπερβολικό του ενδιαφέρον. Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη και για πρώτη φορά και οι δυο τους αισθάνονταν να τους πλησιάζει μια απρόσμενη ρήξη που οφειλόταν στο απρόσμενο όνειρο-εφιάλτη της Νίκης. Η Νίκη είχε ονειρευτεί αναλυτικά την απαγωγή του γιου της στην οποία απαγωγέας ήταν ο ίδιος ο…Γιώργος, ήταν έξυπνη γυναίκα και παρ’ ότι το όνειρο ήταν πλήρως σουρεαλιστικό τη Νίκη την είχε πείσει πλήρως.

Τώρα το μόνο που έμενε ήταν να αντιμετωπίσει τον σύντροφο-απαγωγέα Γιώργο-Σωτήρη, έτσι και έκανε, <είσαι ο απαγωγέας του παιδιού μου κύριε  Γιώργο ή καλύτερα Σωτήρη? και θέλω την αλήθεια όχι άλλα ψέματα, δε σε παίρνει άλλωστε!> στο άκουσμα αυτών των λέξεων ο αδύναμος νεαρός άντρας έμεινε άφωνος, δεν ήθελε να πιστέψει πως η γυναίκα που είχε αρχίσει να ερωτεύεται ήξερε όλη τη φριχτή γι’ αυτόν αλήθεια κι έτσι το έβαλε στα πόδια όχι όμως για να ξεφύγει αλλά για να επανορθώσει και να προσπαθήσει να εξηγήσει στη Νίκη τι ακριβώς τον οδήγησε στο έγκλημα <δώσε μου πέντε λεπτά και θα επανέλθω με όλη την αλήθεια…>.Όντως ο ανώνυμος πλέον νεαρός μετά από ένα τέταρτο επέστρεψε αυτή τη φορά όμως παρέα με το μικρό Στέφανο. Η Νίκη στο αντίκρισμα του γιου της δεν κατάφερε να συγκρατήσει τα δάκρυά της, τον αγκάλιασε σφιχτά και του επαναλάμβανε συνέχεια πόσο πολύ τον αγαπάει, ο γιος της ψύχραιμος σα να μην είχε συμβεί τίποτε απολύτως αγκάλιαζε και φιλούσε τη μανούλα του διατηρώντας αναλλοίωτη την παιδική του αθωότητα <μαμά θέλω να παντρευτείς το Γιώργο γιατί σε αγαπάει πολύ και είναι και ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου!> <…πήγαινε αγάπη μου στο δωματιάκι σου να παίξεις και θα έρθω σε λιγάκι, έχω να πω κάποια σοβαρά πράγματα με τον κύριο Γιώργο!>. Μετά από αυτή την απρόσμενη σκηνή ο νεαρός άνδρας πλησίασε την όμορφη ψυχολόγο <Γιώργο με λένε…> <σσς…> τον διέκοψε η Νίκη <το κατάλαβα…> και τον αγκάλιασε τρυφερά όπως ποτέ άλλοτε, είχε καταλάβει, ως έμπειρη ψυχολόγος και ως ώριμη γυναίκα χρειαζόταν να τον συγχωρήσει, άλλωστε περισσότερη χαρά της πρόσφερε παρά λύπη και επιπλέον ως χωρισμένη γυναίκα με παιδί είχε ανάγκη την παρουσία του.

Τέλος τον πήρε απ’ το χέρι, κατευθύνθηκαν μαζί στο δωμάτιο του Στέφανου και σαν οικογένεια αγκαλιάστηκαν όλοι μαζί <…τώρα είμαι αληθινά ευτυχισμένος…> είπε χαμογελώντας ο Γιώργος, ενώ η Νίκη ανταπάντησε με ένα ζεστό χαμόγελο <κι εγώ…>.           

Share |

6 σχόλια

image
Madlin Patronidou

san kinimatografiko senario i san mu8istorima mou kanei perissotero para san pragmatiko gegonos.Ligo skliropiriniko na sugxorei mia mana ton apagwgaia tou paidiou tis kai na ton erotevetai ki olas.Oso kai an mpainei stin mesi i epistimi tis psixologias,i mitrotita den epitrepei elafrintika se tetoia praksi.Apo tin alli omos,o erotas einai tuflos lene....ti na po!!!!

Sunday, November 1, 2009 - 21:26

image
Maria Katerina

signwmh k olas...alla ti mana eisai esu?
su eklepse to paidi su.TO PAIDI SU.
an einai dunaton :S
6a ton eixa skisei.

Sunday, November 1, 2009 - 23:40

image
Maria D.

Xalia san senario! Kanei mpam oti einai psema!!!
Giati i Irwida stin prokimeni periptwsi einai ekeini poy thelei psixiatro k oxi mono o Giorgos!

Tuesday, November 3, 2009 - 12:26

image
maria maraki

Πολύ ωραία η ιστορία σας. Μου άρεσε πολύ............. Και πράγματι, όπως είπε η πρώτη κοπέλα μοιάζει με κινηματογραφικό σενάριο. Συμφωνώ μαζί της. Σας εύχομαι να είστε ευτυχισμένοι!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Saturday, November 7, 2009 - 15:25

image
ΖΕΤΑ ΧΑΡΑ

δεν γινονται αυτα για κανενα λογο...ειναι αρρωστημενο..!!!μπρρ

Monday, November 9, 2009 - 02:04

image
maraia kakogianni

shga re paidia pos kanete esti mporei na einai ontws mia alh8hnh istoria egw den 3erw an einai h oxi alla pola shmbenoun ston kosmo kai xoris na to 3eroume h na to blepoume mhn ta pernete ola me kako mati mia xara istoria oloi eixan mia istoria agaphs kai o ka8e enas me ton tropo tu den exei shmasia oti htan me apagogea alla fenete ligo para3eno na erwteuth ton idio ton apagogea

Monday, May 17, 2010 - 00:16

Post new Comment

Εγγραφή νέου χρήστη

User Login

close

Αν είστε ήδη εγγεγραμμένος, κάντε login

Αν δεν είστε ήδη εγγεγραμμένος, κάντε Register ή συνδεθείτε με